ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 3
- Jan 22, 2017
- 3 min read

Bang -"Bang" (RCA,1971)
OI Bang ήταν ένα power-trio από τη Philadelphia των ΗΠΑ. Σχηματίστηκαν το 1969 από τους Frank Glicken στην κιθάρα, Tony Diorio στα τύμπανα και Frank Ferrara στο μπάσο και τα φωνητικά υπό την ονομασία Magic Band. Δύο χρόνια αργότερα, το 1971 υπέγραψαν στην πολυεθνική Capitol, κυκλοφορόντας το ντεμπούτο τους, με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος, τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Το ότι η συγκεκριμένη εταιρία υπέγραψε το σχήμα, είχε σε έναν βαθμό να κάνει με το γεγονός ότι στο roster της εκείνη την εποχή υπήρχαν οι πολύ επιτυχημένοι Grand Funk Railroad, και έτσι αναζητούσε μπάντες με σκληρό ήχο.
Το πρώτο, ομώνυμο lp των Bang, ηχογραφήθηκε στα περίφημα Criteria Studios στο Miami της Florida, εκεί δηλαδή όπου οι Black Sabbath έγραψαν το 1976 το “Technical Ecstasy” , και το 1980 το αριστούργημα “Heaven And Hell”. Αξίζει να σημειωθεί ότι είχε ηχογραφηθεί και υλικό για ένα δίσκο που προοριζόταν να κυκλοφορήσει νωρίτερα εντός της χρονιάς , κάτι που δεν έγινε ποτέ. Τελικώς το “Death of a Country” (όπως ήταν ο τίτλος του δίσκου αυτού), βγήκε το 2004 , μέσω της Rise Above Relics. Ο λόγος που η κυκλοφορία δεν μπήκε ποτέ στα ράφια των δισκοπωλείων, ήταν το γεγονός ότι αποτελούσε ένα concept album και η εταιρία θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ότι καλύτερο για ένα ντεμπούτο μίας heavy μπάντας.
Η ακρόαση του “Bang” είναι μία αποκάλυψη , ακόμα και σήμερα. Φανταστείτε τι θα ήταν εκείνη την εποχή. Το συγκρότημα είναι άκρως επηρεασμένο από Blue Cheer, Led Zeppelin και κυρίως Black Sabbath. Μάλιστα οι επιρροές από τους τελευταίους είναι αφομοιωμένες στη μουσική τους ,όπως σε ελάχιστα σχήματα εκείνης της εποχής. Η ηχητική κατεύθυνση του δίσκου είναι ξεκάθαρη. Πρόκειται για στριφνό και υπέρβαρο Heavy rock/proto-metal με μονολιθικό groove . Μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού ,τα σχήματα της εποχής που είχαν καταφέρει να «στραγγίσουν» την σκληρό ήχο από τις blues ρίζες του-περνώντας τον σε μία νέα ,βαρύτερη διάσταση -και οι Bang ήταν ένα από αυτά.
Οι στίχοι εμπνέονται από την Ιστορία και από την κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε τότε, κάτι σύνηθες εκείνη την εποχή, επηρεασμένοι από το κίνημα των hippies και θέτουν αρκετούς προβληματισμούς επί τάπητος. Ταυτόχρονα είναι αρκετά ευρηματικοί. Το ίδιο και η μουσική , παρόλο τον μονολιθικό της χαρακτήρα.
Τα κομμάτια του δίσκου στέκονται σχεδόν άπαντα σε υψηλότατο επίπεδο, με έπη όπως τα “Future Shock”, “The Queen”, “Questions” και το “Lions, Christians” που εκκινεί το lp να ξεχωρίζουν. Θα ήταν άδικο ωστόσο να μην αναφερθεί το ‘’Last Will and Testament” με την ιδιαίτερη μυστηριακή ατμόσφαιρα , που ταιριάζει με τους έως και χριστιανικών αναζητήσεων(!), στίχους του. Ακόμη το ‘’Redman” που κλείνει το δίσκο είναι επίσης σπουδαίο, με στίχους που θέτουν πλαγίως το θέμα της εξόντωσης των Ινδιάνων. Το album συμπληρώνεται από άλλα δύο τραγούδια , τα “Our Home” και “Come With Me”,που είναι επίσης εξαιρετικά , χωρίς κατά τη γνώμη μου, να φτάνουν στο επίπεδο των συνθέσεων που αναφέρθηκαν αρχικά . Παρόλα αυτά οι ηλεκτρικές και ακουστικές εναλλαγές στο πρώτο έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Γενικότερα ο Glicken δίνει ξεχωριστό χρώμα με τα κιθαριστικά του θέματα, που ηχούν κοντά σε αυτά του Tony Iommi των Black Sabbath. Αυτή δεν είναι η μόνη «σύνδεση», που θα διαπιστώσει κανείς με το θρυλικό σχήμα από το Birmingham , καθώς είναι σαφές ότι και ο Ferrara είχε μελετήσει καλά τις φωνητικές γραμμές του Ozzy. Άξιο αναφοράς και το ιδιαιτέρως στιβαρό drumming του Diorio.
To album δεν κατόρθωσε να σημειώσει την εμπορική επιτυχία που ανάμενε η εταιρία, παρότι μπήκε στο Top -200 του Billboard , στη θέση 164. Λίγο αργότερα το single “Questions” μπήκε στο Top -100 των αντίστοιχων charts, φτάνοντας στο νούμερο 90.
Η μπάντα κυκλοφόρησε άλλα δύο lp μέσω της Capitol ,τα “Mother/Bow to the King” και ‘Music” το 1972 και 1973 αντίστοιχα. Αμφότερα υπήρξαν αποτυχίες εμπορικά. Όχι όμως και καλλιτεχνικά καθώς ιδιαίτερα το πρώτο εκ των δύο, είναι τουλάχιστον εξαιρετικό, συνεχίζοντας στη ρώτα του ντεμπούτου, περιέχοντας και ένα από τα καλύτερα τραγούδια των Bang, το “Idealist/Realist”. Αντίθετα το “Music”εμφάνιζε το συγκρότημα ελαφρώς αποπροσανατολισμένο, με αρκετές folk αναφορές, αλλά και επιρροές από τους Beatles, σε μια προσπάθεια για ένα πιο εμπορικό αποτέλεσμα που αποδείχθηκε ατελέσφορη.
Το συγκρότημα μπόρεσε να υπάρξει ιδιαίτερα επιδραστικό σε όσους το ανακάλυψαν τα επόμενα χρόνια. Ιδίως από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όποτε μέσω των επανακυκλοφοριών, μπόρεσε να έρθει σε επαφή μαζί τους περισσότερος κόσμος και να ενδιαφερθεί για αυτούς. Σε μεγάλο βαθμό αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός της αναβίωσης του 70s rock ήχου, μέσω των σχημάτων που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και ενδυναμώθηκε μέχρι σήμερα, με αρκετά από αυτά τα συγκροτήματα, να πίνουν νερό στο όνομα των Bang και να δανείζονται αφειδώς από την κληρονομιά τους. Ένα από τα αποτελέσματα των παραπάνω συμβάντων ήταν και η ανακοίνωση για επανένωση της μπάντας το 2014, που μας θέτει σε αναμονή για τα επόμενα βήματα τους.



Comments