top of page

ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 4 :

  • Jan 29, 2017
  • 4 min read


Jeronimo - "Jeronimo" (Bellaphone, 1971)


Τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ήταν μία περίοδος που χαρακτηρίστηκε από κοσμογονικές εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Πρώτα και κύρια πολιτικές και κοινωνικές, με την εμφάνιση κινημάτων που κατάφεραν να πάρουν εξαιρετικά μαζικά χαρακτηριστικά , θέτοντας αρκετούς νεολαίους της εποχής σε κίνηση.


Τα γεγονότα αυτά ,όπως ήταν απολύτως φυσιολογικό ,δεν άφησαν ανεπηρέαστο το χώρο της μουσικής . Ολοένα και περισσότερος κόσμος μπήκε στη διαδικασία να εκφραστεί μέσω αυτής, δημιουργώντας συγκροτήματα, μέσω των οποίων θέλησε να δώσει ένα καινούργιο στίγμα. Φυσικά , ανάλογες καταστάσεις είχαν υπάρξει και στο παρελθόν. Η διαφορά είναι ότι το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε, η τάση αυτή απέκτησε πολύ πιο μαζικά και παγκόσμια γνωρίσματα.


Σε παλαιότερο άρθρο είχε αναφερθεί ότι το διάστημα 1966-1976 σημαδεύτηκε από τη ριζοσπαστικοποίηση του rock ως μορφής τέχνης και τη γέννηση πολλών νέων παρακλαδιών και ιδιωμάτων. Αυτό που είναι χρήσιμο να ειπωθεί είναι ότι αυτή η διαδικασία ξεκίνησε από τη Βρετανία, πέρασε μέσω του British Invasion στις ΗΠΑ, αλλά δεν έμεινε εκεί. Πολύ σύντομα ξεκίνησαν να ξεπετάγονται σκηνές με πολύ αξιόλογα σχήματα και σε πολλές άλλες χώρες. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η Αυστραλία με μπάντες σαν τους Buffalo και τους AC/DC. Στην Ευρώπη ,από την άλλη, υπήρξαν αρκετά μεγαλύτερες σκηνές με συγκροτήματα που προσπάθησαν να πρωτοτυπήσουν προσθέτοντάς νέα στοιχεία στον ήχο τους, έτσι ώστε να καταφέρουν να ξεχωρίσουν από τα αντίστοιχα βρετανικά και αμερικάνικα.


Η rock σκηνή της τότε Δυτικής Γερμανίας ήταν μία εξαιρετικά ιδιάζουσα περίπτωση. Σε μία χώρα όπου αυτή η μουσική κατέστη, από το ξεκίνημα της σχεδόν , απίστευτα δημοφιλής, από τα τέλη των 60s ξεκίνησαν να δημιουργούνται διαρκώς καινούργια σχήματα, που ταχύτατα αναζήτησαν τρόπους να ξεφύγουν από την αντιγραφή των αγγλοσαξονικών προτύπων. Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν και το γεγονός ότι σε αρκετές πόλεις όπως το Αμβούργο και το Βερολίνο είχαν εγκατασταθεί αρκετοί Βρετανοί μουσικοί, φτιάχνοντας συγκροτήματα και αλληλοεπιδρώντας με την εκεί ντόπια σκηνή(π.χ Nektar).


Οι περισσότεροι Γερμανοί συνάδελφοι τους ,επηρεάστηκαν σφόδρα από τις νέες-τότε- μορφές του rock όπως η ψυχεδέλεια και το progressive, εμφανίζοντας ένα ρεύμα που ο διεθνής τύπος το «βάπτισε» kraut rock. Παρόλα αυτά, όσο η δεκαετία του 70 προχωρούσε φάνηκε ότι ο ορισμός που είχε αποδοθεί συλλήβδην σε όλα αυτά τα σχήματα ήταν μάλλον περιοριστικός, κάτι που για να είμαστε ειλικρινείς ,συμβαίνει με τις περισσότερες μουσικές «ταμπέλες». Έτσι, ήταν επόμενο ότι κάτω από αυτή την ομαδοποίηση ,υπήρχαν πολύ ετερόκλητα –όσον αφορά τον ήχο τους-συγκροτήματα.


Ένα εξ αυτών ήταν και οι Jeronimo που ιδρύθηκαν το 1969 από τον Rainer Marz (κιθάρα, φωνητικά), Gunnar Schäfer (μπάσο, φωνητικά) και Ringo Funk (ντραμς, φωνητικά), εμπνεόμενοι το όνομα τους από τον θρυλικό Ινδιάνο αρχηγό. Η πορεία που διέγραψαν ήταν αρκετά ιδιόμορφη. Αυτό συνέβη γιατί κατόρθωσαν σχεδόν αμέσως να γνωρίσουν τεράστια επιτυχία , τόσο στην πατρίδα τους , όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, με τα δύο πρώτα singles τους “He Ya" και "Na Na Hey Hey", που κυκλοφόρησαν την περίοδο 1969-1970 μέσω της δισκογραφικής εταιρίας Bellaphon, κατακτώντας σε αρκετές περιπτώσεις το Νο1 των charts.


H εταιρία, βλέποντας την απήχηση της μουσικής του σχήματος, προσπάθησε να τους προωθήσει περισσότερο κλείνοντας τους εμφανίσεις σε μεγάλα festival όπως το Progressive Pop στην Κολωνία το καλοκαίρι του 1970, όπου και η μπάντα εμφανίστηκε μαζί με τους Deep Purple και τους Golden Earring, αλλά και μια Γερμανική περιοδεία , support στους Steppenwolf. Ωστώσο οι Jeronimo δεν έμειναν μόνο στις περιοδείες, καθώς η επόμενη τους κυκλοφορία ήταν ένα split βινύλιο (κοινό δηλαδή) με τους Creedence Clearwater Revival με τίτλο “Spirit Orgasmus”, που σημείωσε επιτυχία σε όλη την Ευρώπη. Τα έξι κομμάτια του Jeronimo εμφανίστηκαν στο ντεμπούτο LP της μπάντας “Cosmic Blues” (1970, Bellaphone). To album απέσπασε εξαιρετικές κριτικές παρουσιάζοντας hard rock με ψυχεδελικές επιρροές.


Το 1971 Marz αναχώρησε και με τον Michael Koch το συγκρότημα κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ τους, με τίτλο το όνομα τους. Το εξώφυλλο απεικονίζει τον θρυλικό αρχηγό των Απάτσι Geronimo, που έμεινε στην Ιστορία για τους αγώνες του εναντίον των αποίκων Αμερικανών και των Μεξικανών. Οι τελευταίοι του έδωσαν και το όνομα αυτό, καθώς σύμφωνα με το μύθο , όταν δεχόνταν επίθεση από αυτόν, προσεύχονταν στον Άγιο Ιερώνυμο. Το εξώφυλλο αυτό, προξενεί εντύπωση , δίνοντας μία πρόγευση για το περιεχόμενο.


Πραγματικά ,ο δίσκος είναι ένα βήμα μπροστά σε σχέση με το ντεμπούτο. Ο ήχος έχει σκληρύνει αισθητά και η μπάντα παρουσιάζει εκρηξιγενές heavy rock, που «κοιτάζει» μουσικά προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Δεν μένει όμως εκεί. Οι κιθάρες κλέβουν την παράσταση , με riffs ,που έχουν έναν στακάτο, «ατσάλινο» ήχο, σε βαθμό σπάνιο για την εποχή. Ο παρατηρητικός ακροατής θα διαπιστώσει ότι αυτό στάθηκε επιρροή για μετέπειτα γερμανικές μπάντες στις δικές τους παραγωγές. Το rhythm section ακούγεται πολύ δεμένο, ενώ οι τεχνικές ικανότητες των μελών είναι αναντίρρητες.


Το “Sunday’s Child” ανοίγει «τσαμπουκαλεμένα» την αυλαία, με αλλαγές στους ρυθμούς και φοβερό groove. Αντίστοιχα συνεχίζουν κομμάτια όπως τα “Shades”, “How I’d Love to Be Home”, και το “End Of Our Time” , που νομίζω ότι είναι και το καλύτερο κομμάτι του δίσκου ,με κοφτά riffs και τρομερό μπάσο. Εντούτοις ενυπάρχουν και διαφορετικής υφής κομμάτια όπως το “Silence Of the Night” με την ταξιδιάρικη ατμόσφαιρά του, το ακουστικό ιντερλούδιο “Reminiscenes” και το “Hugudilla”, που στα πρότυπα του “Moby Dick’ των Led Zeppelin , δίνει την ευκαιρία στον Funk για ένα ευρηματικότατο σόλο στα τύμπανα. Στιχουργικά το group έχει την προσοχή του στα τότε υπαρκτά ζητήματα , ενώ τα φωνητικά είναι άτεχνα σε στιγμές , αλλά εξαιρετικά παθιασμένα και ταιριάζουν «γάντι» στις συνθέσεις. Ο δίσκος ωστόσο δεν σημείωσε αναμενόμενη επιτυχία, με αποτέλεσμα οι Jeronimo να αναζητήσουν νέα δισκογραφική «στέγη».


Η μπάντα κυκλοφόρησε ακόμη το “Time Ride” (1972), μέσω της Bacillus Records, δίσκος που έμελλε να είναι και ο τελευταίος. Το υλικό της μπάντας για δεκαετίες ήταν σχετικά δυσεύρετο εκτός Γερμανίας, μέχρι που μετά από κάποιες διαπραγματεύσεις με την δισκογραφική εταιρεία στη Φρανκφούρτη, ο Ringo Funk απέκτησε με επιτυχία τα δικαιώματα για όλα τα τραγούδια των Jeronimo τον Νοέμβριο του 2000. Την άνοιξη του 2002, 4 τα CD (Jeronimo, Cosmic Blues, Time Ride και The Best Of Jeronimo) κυκλοφόρησαν , digitally remastered από τις αρχικές ηχογραφήσεις, με bonus κομμάτια για κάθε ένα από τα CD. Το αρχικό line-up επανενώθηκε το 2001 για ζωντανές εμφανίσεις , χωρίς κάποια νέα ηχογράφηση.





Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page