ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 5:
- Feb 5, 2017
- 5 min read

Dust - "Hard Attack" ( Kama Sutra, 1972)
Μία από εκείνες τις μουσικές σκηνές που παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον ανά τα χρόνια , είναι αυτή της Νέας Υόρκης. Το “Big Apple” , όπως είναι γνωστό , ανέκαθεν παρουσίαζε μία έντονη καλλιτεχνική κίνηση , και η μουσική δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Όσον αφορά συγκεκριμένα το rock, μπορεί τα φώτα να έπεσαν περισσότερο κατά καιρούς σε πόλεις όπως το San Francisco (κοιτίδα και του κινήματος των hippies, μεταξύ άλλων), το Los Angeles, το Detroit και αργότερα το Seattle, όμως η μεγαλούπολη της Ανατολικής ακτής αποτέλεσε ανέκαθεν το «σπίτι» για σημαντικότατα ρεύματα και συγκροτήματα που επηρέασαν και διαμόρφωσαν τη σύγχρονη μουσική.
Την περασμένη χρονιά , αρκετός κόσμος αδημονούσε για την τηλεοπτική σειρά “Vinyl”, με ονόματα όπως του Martin Scorsese και του Mick Jagger να εμπλέκονται σε αυτήν. Ασχέτως του αν οι προσδοκίες δικαιώθηκαν ή όχι, γεγονός είναι ότι δόθηκε μία εξαιρετική αναπαράσταση της άκρως πολυσυλλεκτικής νεουρκέζικης σκηνής των αρχών της δεκαετίας του 1970. Κομμάτι αυτής ήταν και σχήματα με σκληρό ήχο , όπως οι Sir Lord Baltimore , οι Blue Oyster Cult και οι Dust, στους οποίους και θα αναφερθεί το παρόν άρθρο.
To συγκρότημα δημιουργήθηκε το 1967 στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, όταν ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Richie Wise ένωσε τις δυνάμεις του με τον μπασίστα Kenny Aaronson και τον drummer Marc Bell. Οι δύο τελευταίοι είχαν συνυπάρξει σε συνοικιακές μπάντες , κατά το παρελθόν, ενώ άπαντες υπήρξαν επηρεασμένοι μουσικά από την βρετανική εισβολή των μέσων και των τελών της δεκαετίας του ’60. Γρήγορα προστέθηκε στην εξίσωση του σχήματος ο μουσικοσυνθέτης/στιχουργός/παραγωγός Kenny Kerner συμμετέχοντας στη σύνθεση σχεδόν όλων των κομματιών του συγκροτήματος.
Μετά από χρόνια «ψησίματος» πάνω στο συναυλιακό σανίδι, οι Dust βρέθηκαν και σε αναζήτηση δισκογραφικής «στέγης». Είχαν πλέον κατασταλάξει μουσικά, σε ένα ήχο σκληρό, επιθετικό, αλλά και ταυτόχρονα ιδιαιτέρως τεχνικό, έχοντας επιρροές από Jimi Hendrix Experience, Cream, The Who και Led Zeppelin, χωρίς να λείπουν και οι πιο prog αναφορές. Χαρακτηριστική ήταν η τρομερή ενέργεια ,που αναδυόταν σε κάθε ζωντανή τους εμφάνιση. Ένα σχήμα με τέτοιες περγαμηνές θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν θα είχε μεγάλη ευκολία στην εύρεση συμβολαίου. Παρόλα αυτά, η μπάντα μπόρεσε το 1971 να υπογράψει στην Kama Sutra Records, ιδιοκτησίας Neil Bogart. O συγκεκριμένος παραγωγός αναζητούσε εκείνη την περίοδο συγκροτήματα με περισσότερο pop ήχο, εντούτοις βλέποντας την αποδοχή των Led Zeppelin αλλά και των Grand Funk Railroad, αποφάσισε να δώσει στο σχήμα την ευκαιρία.
Σχεδόν αμέσως οι Dust μπήκαν στο studio για την ηχογράφηση του πρώτου τους, ομώνυμου δίσκου που κυκλοφόρησε αργότερα μέσα στο 1971. Το album φανέρωνε ένα συγκρότημα που κινείτο σε hard/heavy rock μονοπάτια, όντας παράλληλα καινοτόμο για τα δεδομένο της εποχής και με εμφανέστατα προσωπικό ήχο. Ο δίσκος ξεχώριζε και από το εξώφυλλο, που απεικόνιζε 3 σκελετωμένα πτώματα που έχουν περάσει από εκτέλεση. Σήμερα κάτι τέτοιο θα θεωρείτο κοινότυπο, τότε ήταν πρωτοποριακό. Εκτός αυτού υπήρχαν τρομερά κομμάτια όπως το “Love Me Hard” και το proto-doom metal έπος “From A Dry Camel” που παράπεμπε ευθέως στους Black Sabbath.
Μία χρονιά μετά, το 1972, κυκλοφορεί το δεύτερο πόνημα της μπάντας με τίτλο “Hard Attack”, ηχογραφημένο στα Bell Sound Studios. Ο τίτλος ήταν σε έμπνευση του Kerner , που έκανε λογοπαίγνιο με το heart attack, που σημαίνει καρδιακή προσβολή (αναφερόμενος –μεταφορικά- στη δύναμη της μουσικής του δίσκου), ενώ τις εντυπώσεις κερδίζει το εξώφυλλο. Πολύ φυσιολογικά, καθώς πρόκειται για τον πίνακα “Snow Giants” του σπουδαίου Frank Frazetta , εικονογράφο ,μεταξύ άλλων, των ιστοριών του Conan , και σταματώ εδώ , καθώς για την ανάλυση του έργου του ,χρειάζονται πολλά άρθρα και αφιερώματα. Το εξώφυλλο ήταν και αυτό επιλογή του Kerner , καθώς οι 3 φιγούρες των Viking πολεμιστών , τον παρέπεμπαν στα μέλη του συγκροτήματος.
Το album εκκινεί με το “Pull Away /So Many Times”. Χωρίς υπερβολή , μιλάμε για ένα από τα καλύτερα hard/heavy κομμάτια των 70s. ‘Ένας Grand Funk meets The Who ύμνος που ξεκινάει με ακουστική κιθάρα και ακολούθως μπαίνει όλο το συγκρότημα σε έναν up tempo ρυθμό , που χαρακτηρίζεται από τα εμπνευσμένα κιθαριστικά του Wise, το τρομερό μπάσο του Aaronson , ενώ ο Bell στα τύμπανα δίνει (όπως και σε όλο το δίσκο) πραγματικό ρεσιτάλ. Πραγματικά κατακλυσμιαίο το drumming του , στα πρότυπα του John Bonham, του Mitch Mitchel και βέβαια του Keith Moon. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στους στίχους που περιγράφουν συναισθήματα γύρω από χωρισμό με πολύ ευρηματικό τρόπο. Το “Walk In The Soft Rain” που ακολουθεί , ρίχνει τους τόνους ελαφρώς , με τα φωνητικά του Wise να του δίνουν μία εξαιρετικά «ταξιδιάρικη» διάθεση. Γενικότερα ο frontman των Dust , χωρίς να είναι κάποιος εντυπωσιακών τεχνικών δυνατοτήτων υψίφωνος, δίνει εξαιρετικές ερμηνείες, με μία «μπαρουτοκαπνισμένη» bluesy χροιά , που μαρτυρά μουσικό «του δρόμου». Τρίτο κομμάτι στη σειρά το “Thusly Spoken”. Ξανά με όμορφους στίχους, αποτελεί μία εντελώς διαφορετικού ύφους σύνθεση , συγκριτικά με τις δύο που προηγήθηκαν. Με εντυπωσιακή ενορχήστρωση, δημιουργεί όμορφα ηχοχρώματα, με έντονες επιρροές από σχήματα όπως οι Procol Harum. Η πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το “ Learning To Die”. Σε παρόμοιο ύφος με το εναρκτήριο, μία καλπάζουσα heavy σύνθεση που κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “All in All” που χαρακτηρίζεται από το τρομερό παίξιμο του Bell στα τύμπανα. Στη συνέχεια το δίλεπτο ακουστικό “ I’ve Been Thinkin”, μία προσπάθεια σε πιο folk rock ύφος. Είναι σαφές ότι ο δίσκος είναι σαφέστατα πιο πολυσυλλεκτικός σε σύγκριση με τον πρώτο της μπάντας. Ακολουθεί το jazzy instrumental “Ivory”, ενώ το album κλείνει με τα “How Many Horses” και “Suicide”. To πρώτο παρουσιάζει εναλλαγές στους ρυθμούς και είναι εξαιρετικά ευρηματικό, ενώ το δεύτερο αποτελεί μία εκ των κορυφαίων στιγμών του LP. Ένα αργόσυρτο, υπέρβαρο κομμάτι με σαρκαστικούς στίχους που αναφέρονται στην αυτοκτονία. To μπάσο του Aaronson δίνει τον τόνο, με ήχο που μάλλον στάθηκε ιδιαίτερα επιδραστικός για τον Lemmy, όταν ο τελευταίος σχημάτισε τους Motorhead. Στην πορεία του τραγουδιού , το μπάσο αυτονομείται με ένα εξαιρετικό σόλο. Το ακουστικό outro “Entrance” ολοκληρώνει το δίσκο.
Οι Dust δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν εμπορική επιτυχία με αυτό το δίσκο, και έτσι παρότι ποτέ δεν διαλύθηκαν επισήμως , δεν συνέχισαν. Ωστόσο το κάθε μέλος τους γνώρισε επιτυχία και με το παραπάνω. Αρχής γενομένης με τον Marc Bell , που μπήκε το 1978 στους Ramones , «κατακτώντας» μαζί τους συναυλιακούς χώρους και αναγνώριση ανά την υφήλιο. Ναι, καλά καταλάβατε. Πρόκειται για τον Marky Ramone. Ο Aaronson από την άλλη σταδιοδρόμησε σε μία σειρά σχήματα όπως οι Stories, Blue Oyster Cult, Foghat και Joan Jett. Όσον αφορά τους Kerner/Wise ανέλαβαν από το 1974, την παραγωγή και τη διαμόρφωση του ήχου ενός νέου συγκροτήματος από τη Νέα Υόρκη, που φορούσε make up και είχε υπογράψει στην εταιρία του Bogart , που εν τω μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Casablanca Records. Το συγκρότημα αυτό ήταν φυσικά οι Kiss.
To “Hard Attack” έχει επανακυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια και συνίσταται σε κάθε φίλο του σκληρού rock.



Comments