ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 6:
- Feb 13, 2017
- 5 min read

Sir Lord Baltimore-"Kindom Come" (Mercury, 1970)
Tην προηγούμενη εβδομάδα έγινε αναφορά στη σκηνή της Νέας Υόρκης, με την παρουσίαση του “Hard Attack” των Dust. Στο παρόν άρθρο θα παραμείνουμε στην εν λόγω σκηνή , ασχολούμενοι με τους Sir Lord Baltimore και το ντεμπούτο τους “Kingdom Come”. Ο δίσκος αυτός είναι μία από της πλέον ιδιάζουσες περιπτώσεις της περιόδου των αρχών της δεκαετίας του 1970. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Όπως και οι Dust, έτσι και οι Sir Lord Baltimore δημιουργήθηκαν στην περιοχή του Brooklyn, ένα κατεξοχήν βιομηχανοποιημένο και εργατικό προάστιο , με αρκετά κοινά στοιχεία με το επίκεντρο του αμερικάνικου σκληρού ήχου της εποχής, το Detroit. Ο σχηματισμός τους έλαβε χώρα το 1968 από τους πρώην συμμαθητές John Garner (απεβίωσε το 2015-R.i.p) σε φωνητικά και τύμπανα , Louis Dambra στην κιθάρα και Gary Justin στο μπάσο. Οι επιρροές τους ήταν πολυποίκιλες , περιλαμβάνοντας ψυχεδελικές και hard rock μπάντες όπως οι Jimi Hendrix Experience, Led Zeppelin, Cream, Blue Cheer. Παράλληλα όμως ο ιδρυτής Garner ήταν πολύ επηρεασμένος από τη jazz και το fusion, με τους αυτοσχεδιασμούς κολοσσιαίων drummer όπως ο Buddy Rich και ο Max Roach , να έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του δικού του ύφους. Ταυτόχρονα και τα τρία μέλη του συγκροτήματος ήταν επηρεασμένα από soul και τους δίσκους της Motown. Η προαναφερθείσα ποικιλία στα ακούσματα, καθώς και η θέληση για την δημιουργία κάτι νέου, οδήγησε εν πολλοίς στο μουσικό στυλ των Sir Lord Baltimore. Οι δύο αυτοί παράγοντες ήταν που έκαναν γενικότερα τα συγκροτήματα από τη Νέα Υόρκη, να ξεχωρίζουν εκείνη την εποχή.
Μετά από αρκετές εμφανίσεις στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης, στις αρχές του 1970 τα μέλη της μπάντας έκριναν ότι είχε έρθει η ώρα για μια ηχογράφηση, που θα τραβούσε το ενδιαφέρον παραγωγών και δισκογραφικών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα demo 4 κομματιών, με το οποίο μπόρεσαν να τραβήξουν την προσοχή του παραγωγού Mike Appel. O Appel, γνωστός αργότερα για την συνεργασία του με τον Bruce Springsteen, αναζητούσε σχήματα με σκληρό ήχο και αποφάσισε να τους αναλάβει, κλείνοντας τους συμβόλαιο με την Mercury. Ταυτόχρονα ήταν και αυτός που εμπνεύστηκε το όνομα του συγκροτήματος από τον Lord Baltimore, ένα χαρακτήρα από την κλασική –πλέον-ταινία του George Roy Hill “Butch Cassidy and the Spotlight Kid” του 1969,με πρωταγωνιστές τον Paul Newman και τον Robert Redford.
To πρώτο album της μπάντας, με τίτλο “Kingdom Come” ηχογραφήθηκε με παραγωγό τον Appel στα Vantone Studios,ενώ ο Eddie Kramer (Jimi Hendrix Experience, Blue Cheer, Led Zeppelin, Buddy Guy, Kiss, Anthrax μεταξύ άλλων) ,έκανε τη μίξη στα θρυλικά studios Electric Lady, με την κυκλοφορία του LP να πραγματοποιείται το Δεκέμβρη του 1970.
Με την είσοδο του “Master Heartache” που ανοίγει το δίσκο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι έχει να κάνει με κάτι πολύ ιδιαίτερο. Ο ήχος της μπάντας είναι βαρύς και εκκωφαντικός σε πολύ μεγάλο βαθμό για εκείνη την περίοδο, σχεδόν σοκάροντας τον ανυποψίαστο ακροατή της εποχής. Ενθυμούμενος κανείς σήμερα την ημερομηνία κυκλοφορίας , καταλαβαίνει ότι δεν υπήρχε άλλο σχήμα στις ΗΠΑ που να έπαιζε έτσι τότε. Τα riffs του Dambra είναι heavy και ιδιαιτέρως επιθετικά, το παίξιμο του Gary Justin στο μπάσο είναι στα πρότυπα των Jack Bruce, Geezer Butler και Dickie Peterson, ενώ αυτός που κλέβει την παράσταση είναι ο Garner. Είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα μέλους ενός συγκροτήματος που μοιράστηκε φωνητικά και τύμπανα. Το drumming του είναι στιβαρό αλλά απίστευτα τεχνικό και jazzy με πληθώρα αυτοσχεδιασμών, ενώ ταυτόχρονα πολύ επιθετικό. Μπορεί να ακούγεται cliché αλλά μόνο με τον όρο καταιγιστικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Από την άλλη μεριά τα φωνητικά του , δεν θυμίζουν τίποτα από όσα προηγήθηκαν ή ακολούθησαν. Αρκετοί μουσικοκριτικοί έχουν γράψει ότι ακούγεται σαν να βρίσκεται σε ντελίριο και δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει πάνω σε αυτό.
Επόμενο κομμάτι στη σειρά του δίσκου, το “Hard Rain Fallin’”.Μία up-tempo σύνθεση, με διάρκεια κάτω των τριών λεπτών, με τους Dambra και Garner να «οργιάζουν» σε κιθάρα και τύμπανα αντιστοίχως. Ο ήχος του κιθαρίστα της μπάντας είναι βαρύς και «βρώμικος», όσο σε απειροελάχιστα σχήματα της εποχής. Έχει κοινά στοιχεία με τον ήχο του Leigh Stephens (Blue Cheer) και Tony Iommi (Black Sabbath) ,ενώ σε σημεία δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι προλογίζει τον κιθαριστικό ήχο των Motorhead , χρόνια αργότερα. Ταυτόχρονα το σχήμα βγάζει μια proto-punk ενέργεια ,που παραπέμπει σε σχήματα του Detroit όπως οι MC5 και οι Stooges και γίνεται περισσότερο εμφανής όσο κυλάει ο δίσκος. Το “Lady Of Fire” που ακολουθεί ,επίσης μικρότερο σε διάρκεια των τριών λεπτών, συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, με τα riffs του Dambra να εναλλάσσονται με εντυπωσιακό τρόπο. Μάλιστα ένα εξ ’αυτών θυμίζει το κυρίως θέμα του “Woman From Tokyo” των Deep Purple, με το «μύθο» να αναφέρει πως οι τελευταίοι το «δανείστηκαν» από εδώ.
Σε εντελώς διαφορετικό ύφος το “Lake Isle of Innisfree” μια χαμηλών τόνων σύνθεση του παραγωγού Mike Appel, με έντονες folk επιρροές ,που θυμίζει αντίστοιχα σχήματα της Δυτικής Ακτής. Ο Garner τραγουδά σε εντελώς διαφορετικό ύφος από τα υπόλοιπα κομμάτια. Συνέχεια στο δίσκο δίνει το “Pumped Up” , που με τρομερό groove θυμίζει τις συνθέσεις που ανοίγουν το lp.
Η δεύτερη πλευρά του βινυλίου ξεκινά με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, που θυμίζει υφολογικά της επιβλητικές, αργόσυρτες συνθέσεις που είχαν οι Black Sabbath στους δύο πρώτους δίσκους τους. Είναι σαφέστατα ένα από τα καλύτερα κομμάτια του album, με τις κιθάρες του Dambra να χαρίζουν εξαιρετικά solos. Εντύπωση προκαλούν οι χριστιανικών αναζητήσεων (και με σαφή hippie επιρροή) στίχοι. Υπάρχουν σε όλο το δίσκο, εδώ όμως κορυφώνονται. Ασχέτως του ενδιαφέροντος που βρίσκει κανείς σε τέτοιου τύπου στιχουργική θεματολογία, είναι πασιφανές ότι αυτό δημιουργεί μία άκρως ενδιαφέρουσα αντίθεση με τον πρωτάκουστο (για την εποχή),επιθετικό και σκληρό ήχο της μπάντας.
Το “I Got a Woman” με έντονες blues επιρροές , χρωστά αρκετά σε αντίστοιχου ύφους συγκροτήματα των 60s . Εντούτοις δεν μένει εκεί, καθώς εισάγει τον ήχο αυτόν, στη νέα-τότε- δεκαετία με ένταση και πληθώρα παραμόρφωσης. Τα κιθαριστικά θέματα και εδώ κλέβουν την παράσταση. Συνέχεια με τα “Hell Hound” και “Helium Head”. Δύο αντίστοιχου ύφους κομμάτια. Ξεκάθαρα proto-metal, φέρνουν στο μυαλό και μπάντες που εμφανίστηκαν χρόνια αργότερα όπως οι Motorhead, οι Riot αλλά και οι Iron Maiden εποχής Paul Di’Anno. Μιλάμε για δύο καταιγιστικά κομμάτια, με το πρώτο εξ’ αυτών να αναφέρεται στιχουργικά σε ερωτική απογοήτευση! Το “Hellium Head” από την άλλη, χαρακτηρίζεται από το –για ακόμη μία φορά-τρομερό παίξιμο του Garner στα τύμπανα, και αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του lp. Το album κλείνει «επεισοδιακά», με το “Ain’t Got Hung On You” και τις garage αναφορές του, δοσμένες μέσα από το χαρακτηριστικό ύφος της μπάντας, με στίχους που μιλούν για ένα άτομο που φαίνεται να ξεπερνά τον παλιό του έρωτα.
Το “Kingdom Come” απέσπασε κάποιες εξαιρετικές κριτικές στον Τύπο της εποχής . Η πιο διάσημη από όλες αυτές, ήταν του Mike Sanders στο περιοδικό Creem τον Μάιο του 1971. Ο Sanders ,(που αργότερα έγινε γνωστότερος μέσα από το punk συγκρότημα του ,τους Angry Samoans), ήταν κατά κάποιο τρόπο, ο «δημοσιογραφικός πατέρας» του heavy metal , πρώτο χρησιμοποιώντας τον ορισμό στην κριτική του “As Safe AS Yesterday Is” των Humble Pie το Νοέμβριο του 1970. Η δεύτερη φορά που έκανε κάτι τέτοιο ήταν στην κριτική του εδώ παρουσιαζόμενου album. Τα παραπάνω του έδωσαν και το προσωνύμιο “Metal Mike”.
Ο δίσκος δεν μπόρεσε να γνωρίσει την επιτυχία που ανάμενε η εταιρία, παρά τις εμφανίσεις του συγκροτήματος ως support στην αμερικανική περιοδεία των Black Sabbath για την προώθηση του “Paranoid” στις αρχές του 1971. Η αναγνώριση δεν ήρθε ούτε με το δεύτερο album, που έφερε ως τίτλο το όνομα της μπάντας και βγήκε στα ράφια των δισκοπωλείων επίσης το 1971. Το “Sir Lord Baltimore” ,παρουσίαζε μια πιο hard rock κατεύθυνση. Περιείχε εντούτοις σπουδαία κομμάτια όπως το “Caesar LXXI” και το “Woman Tamer”,που υπήρξαν ιδιαιτέρως επιδραστικά για όσους τα ανακάλυψαν (ακούστε π.χ. το δεύτερο και καπάκι το “Dopes To Infinity” των Monster Magnet και θα καταλάβετε).
Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση τους λίγο αργότερα. Ωστόσο οι επανακυκλοφορίες του υλικού τους ανά τα χρόνια , θα βοηθούσαν στην διατήρηση της κληρονομιάς τους. Τα τελευταία χρόνια δε, με το ενδιαφέρον για τις proto-metal μπάντες να έχει ανέβει κατακόρυφα, φαντάζουν πιο επίκαιροι από ποτέ.



Comments