top of page

ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 7:

  • Feb 20, 2017
  • 6 min read

Captain Beyond "Captain Beyond" (Capricorn, 1972)

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 , ήταν μία περίοδος με μεγάλες ανακατατάξεις στην παγκόσμια rock σκηνή. Σε συνέχεια των late 60s, νέα ιδιώματα συνέχισαν να ξεπετάγονται και ολοένα και περισσότεροι μουσικοί μπήκαν να σε μία διαδικασία ηχητικής «εξερεύνησης», σε μία προσπάθεια παρουσίασης νέων , καινοτόμων μουσικών προτάσεων.


Σε αυτά τα πλαίσια , το χρονικό διάστημα στο οποίο γίνεται αναφορά, ήταν πολύ συνηθισμένο για τους καλλιτέχνες που δρούσαν σε συγκροτήματα (πολλές φορές ήδη αναγνωρισμένα), να σχηματίζουν νέα σχήματα, side projects ή ακόμη και να παρουσιάζουν solo δίσκους, με στόχο να αποδώσουν ένα νέο μουσικό «όραμα». Τα παραπάνω είχαν βέβαια και ως αποτέλεσμα, η έννοια της «σκηνής» μίας πόλης ή μίας περιοχής να αρχίζει να έχει πολύ κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη της μουσικής , καθώς ήταν το κέντρο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μουσικών. Αυτό ήταν εμφανές σε περιπτώσεις πόλεων όπως το Detroit , το San Francisco, η Νέα Υόρκη (όπως φάνηκε και στα δύο προηγούμενα άρθρα), αλλά και το Los Angeles. Το τελευταίο, βρισκόταν πάντοτε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος , όντας η πρωτεύουσα της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος, ανέπτυξε μία rock σκηνή, που δεν θα μπορούσε να μείνει απαθής από τις γενικότερες εξελίξεις. Ταυτόχρονα το L.A είχε και μία άλλη ιδιαιτερότητα: Λόγω της κεντρικότητας του και στη μουσική βιομηχανία, πολλά σχήματα από άλλες πόλεις μετακινούνταν προς τα εκεί, με στόχο την παρουσία τους στην καρδιά των εξελίξεων αυτών.


Με βάση τα παραπάνω , μπορούσε να καταλάβουμε τις συνθήκες που οδήγησαν στον σχηματισμό των Captain Beyond το 1971. Τα μέλη τους ήταν ήδη γνωστά, στους rock fans εκείνης της εποχής: Ο ιδρυτής της μπάντας Bobby Caldwell είχε διατελέσει drummer στο συγκρότημα του θρυλικού blues rocker Johnny Winter , ενώ είχε συνεργαστεί με μύθους όπως ο John Lennon, ο Ringo Starr και ο Eric Clapton. Αργότερα συμμετείχε στους πολύ υποτιμημένους Armageddon. H σκέψη του για τη δημιουργία ενός νέου σχήματος, βρήκε ανταπόκριση από δύο μέλη των θρυλικών Iron Butterfly, τον μπασίστα Lee Dorman και τον κιθαρίστα Larry “Rhino”Reinhardt (R.I.P). Ξεκίνησαν να προβάρουν μαζί, αναζητώντας κιμπορντίστα και τραγουδιστή παράλληλα. Η θέση πίσω από τα πλήκτρα καλύφθηκε γρήγορα από τον Lewie Gold. Όχι για πολύ όμως, καθώς λίγο αργότερα, εκτιμήθηκε ότι δεν «έδενε» τόσο καλά με το υπόλοιπο σύνολο και αποτέλεσε παρελθόν για το σχήμα. Τελείως διαφορετική ιστορία ήταν αυτή που αφορά την κάλυψη της θέσης του frontman. Η μπάντα επιθυμούσε κάποιον με εμπειρία και η λύση βρέθηκε στο πρόσωπο του Βρετανού Rod Evans. O Evans, φυσικά, ήταν πολύ γνωστός από τη θητεία του στους Deep Purple, αναλαμβάνοντας τα φωνητικά στους πρώτους τρείς δίσκους τους, τα “Shades Of Deep Purple”, “The Book of Taliesyn”, και “Deep Purple”. H φωνή του έμοιαζε να συνδυάζεται εξαιρετικά με το ψυχεδελικό rock, που απέδιδε το λονδρέζικο συγκρότημα εκείνη την περίοδο. Όταν όμως οι Blackmore/Lord αποφάσισαν να κινηθούν σε μία καινούργια ,περισσότερο σκληρή μουσική κατεύθυνση , θεώρησαν ότι ο Evans δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο. Βέβαια, όπως θα δούμε και πιο κάτω, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, αλλά αυτό , δεν αλλάζει το γεγονός ότι με τον τεράστιο Ian Gillan στα φωνητικά, κυκλοφόρησαν δουλειές που άλλαξαν το ρου της μουσικής ιστορίας στα early ‘70s.


Με το «κάδρο» του σχήματος πλήρες , οι Captain Beyond ήρθαν σε συμφωνία με την Capricorn Records, μία νέα –τότε-δισκογραφική, που είχε ιδρυθεί μόλις το 1969 ,με έδρα το Nashville και ειδικευόταν σε southern rock μπάντες. Αμέσως μετά, στα τέλη του 1971 μπήκαν στα θρυλικά Sunset Sound Recorders του Hollywood, για την ηχογράφηση του δίσκου, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι και την παραγωγή. Στα συγκεκριμένα studios (που δημιουργήθηκαν από τον Walt Disney) έχουν ηχογραφηθεί ορισμένα από τη σημαντικότερα albums της σύγχρονης μουσικής ,όπως το “Exile On Main Str” (Rolling Stones), το “Pet Sounds”(Beach Boys) και οι δύο πρώτοι δίσκοι των The Doors. Το γεγονός ότι το σχήμα άνηκε στην συγκεκριμένη δισκογραφική εταιρεία, αλλά και η αφιέρωση του lp ( που κυκλοφόρησε τελικά τον Ιούλιο του 1972)στον αδικοχαμένο Duane Allman των μυθικών Allman Brothers , έκανε αρκετούς να πιστέψουν ότι η μπάντα κινείται και αυτή ,μουσικά , σε southern rock πλαίσια. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει.


Αντιθέτως το συγκρότημα αποδίδει ένα ιδιαιτέρως πρωτότυπο(για την εποχή) heavy rock, με αρκετές space/prog αλλά και folk αναφορές (στα ακουστικά μέρη), χωρίς να θυμίζει τα σχήματα που συμμετείχαν μέχρι τότε να μέλη της μπάντας. Μιλώντας για τις επιρροές του συγκροτήματος, θα εντοπίζαμε τους Black Sabbath, Led Zeppelin, Grand Funk, Hawkwind (κυρίως σε σχέση με την ατμόσφαιρα του δίσκου), Moody Blues και Jethro Tull.


Η απόδοση του group κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. O Caldwell παραδίδει ένα σεμινάριο ευρηματικού και δυναμικού drumming, με πληθώρα jazz επιρροών. Αρωγός στο rhythm section ο Dorman, που δοκιμάζει ένα πιο «στακάτο» παίξιμο σε σχέση με τους Iron Butterfly,ενώ ο “Rhino” Reinhardt είναι μία από της «αποκαλύψεις» του δίσκου. Τα κιθαριστικά του θέματα βρίθουν από έμπνευση , με έναν εξαιρετικά καινοτόμο – για την εποχή- «ατσάλινο» ήχο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο «έγχορδοι» του σχήματος δεν εμφανίζονται στα credits των συνθέσεων, παρότι συμμετείχαν σε αυτές. Ο λόγος ήταν, ότι η δισκογραφική των Iron Butterfly, Atco δεν το επέτρεψε. Ο Rod Evans, τέλος, είναι τουλάχιστον εξαιρετικός , διαψεύδοντας τους πρώην bandmates του στους Deep Purple, αναφορικά με την «αδυναμία» του , να τραγουδήσει σε σκληρότερο ύφος. Τα φωνητικά του είναι τοποθετημένα «μπροστά» στη μίξη, δίνοντας ένα πολύ ιδιαίτερο χρώμα στο album.


Χαρακτηριστικό το space στιχουργικό concept που, παρότι στερείται συνοχής και μοιάζει να είναι πιο «ελεύθερο», δίνει μια νότα διαφορετικότητας. Το εξώφυλλο του δίσκου παρουσιάζει τον χαρακτήρα Captain Beyond, που θα εμφανιστεί και στα επόμενα covers της μπάντας.


Ο δίσκος «ανοίγει» με το “Dancing Madly Backwards” . Το «μπάσιμο» του κομματιού , θυμίζει Grand Funk, στη συνέχεια όμως οι ταχύτητες ανεβαίνουν, με ένα riff που ακούστηκε ξανά σε πληθώρα 80s metal τραγουδιών και ένα τρομερό solo. Στο ίδιο riff, με πολύ λιγότερη παραμόρφωση στηρίζεται και το “Armworth” που ακολουθεί και που με διάρκεια κάτω των δύο λεπτών , λειτουργεί και ως πέρασμα στο “Myopic Void”.Αυτό ,με τη σειρά του, κινείται σε πιο space ύφος ( θυμίζει έντονα τόσο Hawkwind όσο και Pink Floyd),για να επιστρέψει στο κυρίως θέμα και στους στίχους της εναρκτήριας σύνθεσης. Επόμενο, το “Mesmerization Eclipse”. Μιλώντας για riffs, εδώ θα βρείτε ένα εκ των κορυφαίων. Πολύ μπροστά από την εποχή του (θα θυμίσει μέχρι και Rage Against the Machine!), εκκινεί ένα τραγούδι που χαρακτηρίζεται από τρομερό groove και ευφάνταστες αλλαγές.


Η συνέχεια του album ουσιαστικά αποτελείται από δύο ειδών συνθέσεις. Κομμάτια διάρκειας περίπου 3- 4 λεπτών και «ατμοσφαιρικά» ιντερλούδια που λειτουργούν και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτών. Ωστόσο τα δεύτερα σε καμία περίπτωση δεν λειτουργούν» διεκπαιρεωτικά» . Αντιθέτως tracks όπως τo “As the Moon Speaks (To the Waves Of the Sea)” στέκονται αυτόφωτα, δίπλα σε κορυφές όπως το “Raging River Of Fear” με το (και πάλι) απίστευτο groove και το έπος “Frozen Over”. Το τελευταίο εκκινεί και αυτό σε ένα Grand Funk/Led Zeppelin στυλ, για να έρθει λίγο αργότερα ένα Sabbath-ικό riff ακολουθούμενο από τρομερές εναλλαγές στους ρυθμούς. Πιθανότατα το καλύτερο κομμάτι του album. Εντυπωσιακά ακόμη ηχούν τα δύο μέρη του “I Can’t Feel Nothing ”,με το πρώτο να είναι άκρως επηρεασμένο από Hendrix και το δεύτερο να κλείνει την αυλαία, αλλά και το “A Thousand Days Of Yesterdays (Time Since Come And Gone)”. Με τουλάχιστον πρωτότυπο τίτλο, παρουσιάζει το πιο prog/folk προσωπείο της μπάντας με εξαιρετικά αποτελέσματα.


Το συγκρότημα δεν μπόρεσε να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο μετά την κυκλοφορία του lp. Ο Caldwell αποχώρησε για να ενταχθεί στη μπάντα του Rick Derringer, νέα μέλη ήρθαν και έτσι η επόμενη κυκλοφορία “Siffiently Breathless”(1973) σε πιο prog δρόμους, δεν βρισκόταν στα ίδια επίπεδα. Ο Evans αποχώρησε και αυτός , με αποτέλεσμα τη διάλυση το 1975. Ένα χρόνο αργότερα, το συγκρότημα επανενώθηκε με τον Willy Daffern στα φωνητικά, επιστρέφοντας στις ρίζες του , με το εξαιρετικό “Dawn Explosion”(1977), που όμως δεν μπόρεσε να σημειώσει εμπορική επιτυχία, για να ακολουθήσει εκ νέου διάλυση το 1978. Μέχρι σήμερα διαλύονται και ξαναβρίσκονται με διάφορα line-up κατά καιρούς, παίζοντας συναυλίες σε διάφορα μέρη και κυκλοφορόντας και ένα EP το 1999. Την τελευταία δεκαπενταετία, το ενδιαφέρον για αυτούς εμφανίζεται αυξημένο, ενώ υφίστανται ακόμη και tribute albums, με σχήματα όπως οι Pentagram, οι The Quill και οι Flower Kings να τιμούν την τεράστια κληρονομιά τους. Ταυτόχρονα ,αφιερώματα από σημαντικά μουσικά περιοδικά και site εμφανίζουν το εδώ παρουσιαζόμενο album στην elite των 70s,απολύτως δικαιολογημένα, «συστήνοντας» το σε μια νέα γενιά ακροατών.



Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page