top of page

ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 8:

  • Feb 27, 2017
  • 6 min read

T2-"It'll All Work Out In Boomland" (Decca,1970)

Μέσα από τα άρθρα αυτού του blog, έχουμε εστιάσει μέχρι στιγμής σε hard rock/proto-metal κυκλοφορίες των αρχών της δεκαετίας του 1970. Τις 3 προηγούμενες εβδομάδες έγινε αναφορά σε 3 σχήματα από τις ΗΠΑ. Ωστόσο οι σκηνές των Αμερικανικών μεγαλουπόλεων, δεν ήταν οι μόνες που παρουσίαζαν άνθηση εκείνη την περίοδο ,παράγοντας με σχεδόν φρενήρη ρυθμό, αξιόλογα συγκροτήματα ,που προσπαθούσαν να παρουσιάσουν κάτι καινοτόμο και σε αρκετές περιπτώσεις ρηξικέλευθο.


Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού η Βρετανία παρουσίαζε μία εξίσου σπουδαία-αν όχι σπουδαιότερη- σκηνή , τόσο σε σχέση με τον αριθμό των σχημάτων που εμφανίζονταν, όσο και με την ποιότητα αυτών. Η χώρα αυτή είχε καταστεί επίκεντρο της rock «πραγματικότητας» ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, με την τεράστια επιτυχία των Beatles, και ότι επακολούθησε αυτής. Προς τα τέλη της ίδιας δεκαετίας ,τα πράγματα είχαν αλλάξει άρδην στη συγκεκριμένη σκηνή. Ο μουσικός πειραματισμός και η γέννηση νέων ιδιωμάτων ήταν τα χαρακτηριστικά που συναντούσε κανείς.


Σαφέστατα η άφιξη του Jimi Hendrix στο Νησί το 1966 , έπαιξε κομβικό ρόλο σε αυτή την διαδικασία, κυρίως γιατί οδήγησε μία γενιά κιθαριστών , που είχαν γαλουχηθεί με τα blues και καλλιτέχνες όπως ο Alexis Korner και ο John Mayall, να επαναπροσδιορίσουν το παίξιμο τους και γενικότερα τη μουσική τους θεώρηση. H γενιά αυτή ξεκίνησε να πρωταγωνιστεί στα πράγματα στα τέλη των ‘60s, ενώ και η άνθηση του ψυχεδελικού rock την ίδια περίοδο ήταν απότοκο αυτών των εξελίξεων. Ωστόσο το ιδίωμα αυτό, αναπτύχθηκε στη Βρετανία με τρόπο αρκετά διαφορετικό από ότι στις ΗΠΑ. Αρχικά φαινόταν περισσότερο «συμβατικό» μουσικά, γρήγορα όμως άρχισε να εξελίσσεται, με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων ειδών. Το βασικότερο εξ ’αυτών ήταν το progressive rock ,που αρχής γενομένης από το 1968-1969, ξεκίνησε να κυριαρχεί στα μουσικά δρώμενα. Κομβικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή, έπαιξαν τεράστιες μπάντες –ορόσημα, όπως οι Beatles και οι Pink Floyd (και πολλοί άλλοι ), μέσα από την τροπή που πήρε ο ήχος τους, στους δίσκους που παρουσίασαν αυτή την περίοδο.


Ταυτόχρονα, όπως προαναφέρθηκε, μία νέα γενιά κιθαριστών «πάτησε» στις διδαχές του Hendrix, παρουσιάζοντας νέες ,περισσότερο σκληρές μορφές του rock, όπως αρχικά το hard rock και εν συνεχεία το heavy metal. Τα βρετανικά συγκροτήματα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία ήταν οι Cream και οι Led Zeppelin, κυρίως μέσα από τους μνημειώδεις πρώτους δίσκους τους.


Φτάνοντας στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1970, η σκηνή του Νησιού έμοιαζε να βρίσκεται σε «οργασμό». Ιδιαίτερα τα είδη που προαναφέρθηκαν , το progressive rock από τη μία και το hard/heavy rock (ή proto-metal, για να χρησιμοποιήσουμε και έναν όρο που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια), από την άλλη, έμοιαζαν να βρίσκονται σε «έξαρση». Ταυτόχρονα δεν έλειπαν και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους , που εντοπίζονταν σε prog σχήματα που ενσωμάτωναν hard/heavy επιρροές στη μουσική τους (το αριστούργημα “In The Court Of The Crimson King” των King Crimson το 1969 , ήταν κομβικό σε αυτή τη διαδικασία), και το αντίστροφο (π.χ οι 5 πρώτοι δίσκοι των Uriah Heep , αλλά και το “ Sabbath Bloody Sabbath” των Black Sabbath) .


Τα παραπάνω φάνηκαν με τον καλύτερο τρόπο το 1970, έτος που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστικό στην ιστορία της rock μουσικής. Μια ματιά στις κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς το επιβεβαιώνει. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν πασίγνωστα albums που άλλαξαν το rock δια παντός , αλλά και κυκλοφορίες που δεν μπόρεσαν να έχουν αντίστοιχο αντίκτυπο και έμειναν στη μουσική Ιστορία ως «κρυμμένα διαμάντια». Μία από αυτές ήταν και το ντεμπούτο των Τ2 που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1970 , με τίτλο “It’ll All Work Out in Boomland”. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά.


Το συγκρότημα (με το αρκετά πρωτότυπο, για την εποχή, όνομα), δημιουργήθηκε το 1969 στο Λονδίνο, έχοντας ως κύρια επιρροή το ψυχεδελικό rock. Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση, ιδίως αν ληφθεί υπόψιν και το υπόβαθρο των μελών της μπάντας. Πιο συγκεκριμένα ο ηγέτης , τραγουδιστής και drummer Peter Dunton, ήταν ένας χαρισματικός μουσικός, ενεργός στην σκηνή, με σχήματα που κινούνταν σε αντίστοιχο ύφος, όπως οι Please και αργότερα οι «δικοί του» Neon Pearl, μετεξέλιξη των οποίων, επί της ουσίας , υπήρξαν οι Τ2. Ο Dunton, γρήγορα πλαισιώθηκε από τον μπασίστα Bernard Jinks, επίσης πρώην μέλος των 2 προαναφερθέντων συγκροτημάτων, που είχε περάσει για μικρό χρονικό διάστημα και από τους Bulldog Breed , συμμετέχοντας μάλιστα στην πιο σημαντική κυκλοφορία τους, το “Made In England” του 1969. Η σχέση των τελευταίων με τους Τ2 δεν σταματά εκεί. Τόσο ο κιθαρίστας Keith Cross, όσο και ο ατζέντης John Morphew είχαν περάσει από εκεί, πριν βρεθούν στο εδώ παρουσιαζόμενο σχήμα. Ο τελευταίος ,μάλιστα, κατόρθωσε να αποσπάσει ένα πολύ υψηλό , για τα δεδομένα της εποχής, συμβόλαιο , από την δισκογραφική εταιρία Decca , της τάξεως των 10.000 αγγλικών λυρών. Η τελευταία φάνηκε να «πιστεύει» πολύ το σχήμα, εξασφαλίζοντας τους τα θρυλικά Morgan Studios για την ηχογράφηση του ντεμπούτου album αλλά και μία θέση στο billing του θρυλικού Festival Isle Of Wight (κατά πολλούς το βρετανικό Woodstock)το καλοκαίρι του 1970, με ορισμένα από τα σημαντικότερα ονόματα εκείνης της εποχής.


Την ίδια περίοδο κυκλοφόρησε και το “It’ll All Work Out in Boomland”. Ο δίσκος απέσπασε κάποιες εξαιρετικές κριτικές, και όχι άδικα. Η μπάντα παρουσιάζει ένα εξαιρετικό δείγμα heavy prog rock, με ψυχεδελικές απολήξεις, που ακούγεται ιδιαίτερα πρωτότυπο και καινοτόμο. Επηρεασμένη από King Crimson , Pink Floyd,Kaleidoscope,Led Zeppelin, Cream,Hendrix, «ντύνει» τις συνθέσεις με μία «γκρίζα», μελαγχολική ,σε σημεία μυστηριακή , ατμόσφαιρα. Σε αυτό το αποτέλεσμα κεντρικό ρόλο παίζουν και οι στίχοι, καθώς η θεματολογία τους περιστρέφεται αλληγορικά μέσα από την τότε κοινωνική πραγματικότητα, μοιάζοντας να συνειδητοποιεί το τέλος του hippie «ονείρου”. Η προαναφερθείσα μελαγχολία μοιάζει να τονίζει και την καταγωγή του σχήματος, καθώς παραπέμπει στα βιομηχανικά τοπία των αγγλικών μεγαλουπόλεων.


Το ξεκίνημα του δίσκου γίνεται με το διάρκειας 8μιση λεπτών “In Circles” , που χαρακτηρίζεται από πολλές αλλαγές στους ρυθμούς, ιδιαίτερο groove που παρασέρνει τον ακροατή και ιδιαιτέρως τεχνικά και ευρηματικά κιθαριστικά θέματα. Τόσο αυτό ,όσο και τα υπόλοιπα κομμάτια του album , ηχούν ιδιαιτέρως «περιπετειώδη». Το δεύτερο στη σειρά ,κομμάτι είναι το “J.L.T”. Μία μικρότερη σε διάρκεια , αλλά σε καμία περίπτωση, φτωχότερη σύνθεση, που εκκινεί σε ήρεμους τόνους, για να κλιμακωθεί σταδιακά. Το “No More White Horses” που ακολουθεί, είναι ίσως η κορυφαία στιγμή του LP, και σίγουρα η το πιο γνωστό τραγούδι των Τ2. Πρόκειται για έναν επικό heavy prog ύμνο, που βρίθει επιρροών από συμφωνική μουσική. Σύνθεση που παραπέμπει ,υφολογικά, στο “In the Court Of The Crimson King” των King Crimson, εντυπωσιάζοντας με τις εναλλαγές ακουστικών μερών και ηλεκτρικών κορυφώσεων. Οι τελευταίες μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ως και proto-doom, φέρνοντας στο μυαλό σχήματα όπως οι Black Sabbath. Ίσως φανεί υπερβολικό, όμως πρόκειται για ένα από τα καλύτερα κομμάτια των 70s,με τα 8μιση λεπτά της διάρκειας του να περνούν σαν μία στιγμή.


Η δεύτερα πλευρά του βινυλίου αποτελείται από μία σύνθεση, το 22λεπτο “Morning”. Τρομερή πολυμορφία με ακουστικά σημεία να δίνουν τη θέση τους σε riffs που «καλπάζουν», δημιουργώντας πανέμορφες αντιθέσεις .Σίγουρα , ένα κομμάτι που αποτελεί την επιτομή του ήχου της μπάντας.

Γενικότερα, σε όλο το δίσκο ο Keith Cross δίνει το στίγμα του, καθώς τα riffs του στην κιθάρα, είναι εξαιρετικά εμπνευσμένα και αρκετά (για την εποχή) πρωτοποριακά.


Με βάση τα παραπάνω , μπορεί να υποθέσει κανείς, ότι πίσω στο καλοκαίρι του 1970, τα πάντα έβαιναν καλώς για το συγκρότημα. Κάτι τέτοιο πραγματικά ίσχυε, πλην όμως , όχι για πολύ. Έτσι ,στην περίπτωση των Τ2 ,οι εσωτερικές διαμάχες ήταν αυτές που δεν τους άφησαν να συνεχίσουν, οδηγώντας στην αποχώρηση του ατζέντη John Morphew. Η σχέση με την δισκογραφική διερράγη, με αποτέλεσμα η τύπωση του δίσκου να γίνει σε πολύ λίγα αντίτυπα και η κυκλοφορία να καταστεί σπάνια. Το γεγονός αυτό έφερε νέες διαμάχες που κατέληξαν αρχικά στην καθυστέρηση και τελικά στην ακύρωση της κυκλοφορίας του νέου album,αφού το σχήμα διέλυσε το 1972. Η κληρονομιά τους έμεινε «θαμμένη» για χρόνια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Εκείνη την περίοδο η γερμανική World Wide Records επανακυκλοφόρησε το δίσκο σε μορφή cd. Λίγο αργότερα το σχήμα επανασυνδέθηκε, χωρίς όμως τον Keith Cross, εκδίδοντας 3 albums ,τα “Second Bite”(1992), “Waiting For The Band”(1993) και “On The Frontline”(1994), έχοντας πλέον ένα σεβαστό όνομα στους κύκλους του underground.


Μέχρι σήμερα δεν έχουν επίσημα διαλυθεί, χωρίς όμως να έχουν παρουσιάσει κάτι νεότερο. Πλέον υφίστανται πολλές remastered επανεκδόσεις του υλικού τους, με έμφαση στο εδώ παρουσιαζόμενο αριστούργημα, το οποίο οφείλουν να αναζητήσουν, όσοι θεωρούν ότι τους αφορά η σκληρή και πειραματική πλευρά του rock των 70s.



Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page