ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 9:
- Mar 5, 2017
- 5 min read

Armageddon- "Armageddon" (A&M,1975)
Στο άρθρο που αναφερόταν στο ομώνυμο ντεμπούτο των Captain Beyond, υπήρξε εκτενής αναφορά στις αιτίες που οδηγούσαν «φτασμένους» μουσικούς στο σχηματισμό νέων συγκροτημάτων, τις περισσότερες φορές συνεπικουρούμενοι από ήδη αναγνωρισμένους συναδέλφους τους.
Χρονολογικά, η πρώτη περίπτωση τέτοιου σχήματος ήταν φυσικά οι θρυλικοί Cream τη δεκαετία του 1960. Από την πρώτη στιγμή, ο μουσικός τύπος αντιμετώπισε τέτοια συγκροτήματα, αποδίδοντας τους το χαρακτηρισμό "super groups",κάτι που ,όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό, δημιουργούσε προσδοκίες στον κόσμο για τα αποτελέσματα αυτών των μουσικών συμπράξεων. Οι προσδοκίες αυτές ουκ ολίγες φορές «διαψεύδονταν», με αποτέλεσμα μετά από κάποια χρόνια να κυριαρχήσει ο σκεπτικισμός γύρω από τέτοιες κινήσεις. Παρόλα αυτά σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, τέτοια concept στέφονταν με απόλυτη επιτυχία, έστω και αν αποδεικνύονταν , στην πλειονότητα τους, βραχύβια.
Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν οι προαναφερθέντες Captain Beyond, για τους οποίους μιλήσαμε σε παλιότερο άρθρο. Αντίστοιχη περίπτωση και οι Armageddon, με το εδώ παρουσιαζόμενο album, το ομώνυμο ντεμπούτο τους , που κυκλοφόρησε το 1975 και όπως αποδείχτηκε, έμελλε να είναι και η τελευταία τους προσπάθεια. Τα δύο αυτά σχήματα είχαν έναν κοινό παρονομαστή , που δεν ήταν άλλος από τον θρυλικό drummer Bobby Caldwell, που είχε διατελέσει μέλος ,εκτός των άλλων, και στη μπάντα του Johnny Winter. Στις αρχές του 1974,την περίοδο δηλαδή που οι Captain Beyond είχαν μπει στον «πάγο», ο πάντα δραστήριος και ταλαντούχος μουσικός, αναζητούσε μουσικούς για τη δημιουργία ενός νέου σχήματος , που θα μπορέσει να συνεχίσει από εκεί που είχε μείνει το προηγούμενο του συγκρότημα , «συντονισμένο» ταυτόχρονα με τις εξελίξεις στην ευρύτερη rock σκηνή, και ιδίως στο hard’n’heavy πεδίο.
Η τελευταία επιδίωξη ασφαλώς δεν ήταν τυχαία. Φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν άρδην. Σε γενικότερο επίπεδο το rock έμοιαζε να μην μπορεί να «αντισταθεί» στη δυναμική της επερχόμενης disco, ενώ και στα «ενδότερα» της μουσικής αυτής , λάμβαναν χώρα κοσμογονικές αλλαγές. Τόσο το hard rock/heavy metal όσο και το progressive rock βρισκόντουσαν σε ένα τέλμα. Ναι μεν κυκλοφορούσαν ακόμη εξαιρετικοί δίσκοι, όμως αρκετά από τα σχήματα που είχαν πρωταγωνιστήσει στις αρχές της δεκαετίας έδειχναν να είναι αποπροσανατολισμένα.
Αρκετά εξ ’αυτών προσπαθούσαν να παρουσιάσουν μία πιο «ραδιοφωνική», εμπορική εκδοχή του ήχου τους, μια τάση μάλιστα που έμελλε να διευρυνθεί τα επόμενα χρόνια με την ανάδειξη ,κυρίως στις Η.Π.Α, του λεγόμενου A.O.R. Ταυτόχρονα σε αντίστοιχη κατάσταση βρισκόταν και το glam rock, που είχε υπάρξει πολύ δημοφιλές στο πρώτο μισό των 70s, ιδίως στη Βρετανία. Η ίδια χώρα «ετοιμαζόταν», να δεχτεί και την έκρηξη του punk rock, του οποίου βέβαια οι πρωτεργάτες είχαν ήδη «κατακτήσει» τις αρένες των Η.Π.Α (MC5,Stooges,New York Dolls). Παράλληλα, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είχε αρχίσει να εμφανίζεται μία νέα γενιά συγκροτημάτων που προσπαθούσε να «σπρώξει» το hard /heavy rock βήματα παρακάτω. Κάποια από αυτά, βασίζονταν σε ήδη καταξιωμένους μουσικούς (π.χ.Rainbow).
Όπως είδαμε και παραπάνω , κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν και οι Armageddon , η δημιουργία των οποίων όμως είχε ορισμένες ιδιαιτερότητες. Η βασικότερη εξ αυτών ήταν ότι η προαναφερθείσα επιθυμία του Caldwell, «συναντήθηκε» με την επιθυμία ενός Βρετανού μουσικού που βρισκόταν στο Los Angeles εκείνη την εποχή. Ο μουσικός αυτός δεν ήταν άλλος από τον τραγουδιστή Keith Relf (R.I.P), που τύγχανε ευρύτερα γνωστός ήδη από τη δεκαετία του 60, καθώς ήταν μέλος των θρυλικών Yardbirds, συμμετέχοντας σε δίσκους ορόσημα για τη rock μουσική, όπως το “Roger the Engineer” (1966) και το “Little Games” (1967). Μετά τη διάλυση των Yardbirds τον Ιούλιο του 1968 (επακόλουθο της οποίας ήταν, ως γνωστόν, και η δημιουργία των Led Zeppelin), o Relf συνεργάστηκε με πληθώρα μουσικών, ενώ το 1969 δημιούργησε τους Renaissance, στους οποίους συμμετείχε και η αδελφή του Jane. Ωστόσο και εκεί δεν έμελλε να μακροημερεύσει ,αποχωρώντας το καλοκαίρι του 1970 και αναλαμβάνοντας χρέη παραγωγού στους Steamhammer. Οι τελευταίοι , μια ιδιαιτέρως σημαντική μπάντα αυτής της περιόδου, με κλασικούς δίσκους όπως το “Mountains” (1970) στη δισκογραφία τους, είχαν στη σύνθεση τους τον κιθαρίστα Martin Pugh και τον μπασίστα Louis Cennamo, δύο εξαιρετικά ταλαντούχους μουσικούς, που είχαν ακολουθήσει τον Relf στο L.A. Η επαφή των τριών Βρετανών με τον Caldwell ,έγινε μέσω του θρυλικού drummer Aynsley Dunbar(Aynsley Dunbar’s Retaliation, John Mayall and the Bluesbreakers, Frank Zappa, David Bowie, Lou Reed,UFO,Journey κ.α). Εκεί, διαπιστώθηκε ταύτιση μουσικού οράματος, όποτε η συνεργασία δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά.
Με τη αρωγή του Peter Frampton (ex-Humble Pie) , το σχήμα προσέλαβε τον manager Dee Anthony, που με τη σειρά του έφερε τη μπάντα σε επαφή με την δισκογραφική A&M.Στο roster της εταιρίας άνηκε και ο προαναφερθείς Frampton,όντας μάλιστα, ο πλέον επιτυχημένος εμπορικά . Μετά την επιλογή του ονόματος , σειρά πήρε η προσπάθεια δημιουργίας του πρώτου δίσκου του κουαρτέτου. H επιθυμία του Relf ήταν η ηχογράφηση να λάβει χώρα στο Λονδίνο, και η εταιρία συμφώνησε πάνω σε αυτό. Έτσι το σχήμα μπήκε στα θρυλικά Olympic Studios για να γράψει το ντεμπούτο ,το οποίο και κυκλοφόρησε το Μάιο του 1975.
Το εξώφυλλο εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του δίσκου, παρουσιάζοντας τη μπάντα μέσα σε μία κατεστραμμένη πόλη. Το album αποτελείται από 5 συνολικά συνθέσεις ,η μία εκ των οποίων χωρίζεται σε τέσσερα μέρη διαρκόντας 11 λεπτά, κάτι που συνήθιζαν τα progressive συγκροτήματα της εποχής. Η αλήθεια είναι ότι οι prog επιρροές παίζουν σημαντικό ρόλο στη ταυτότητα του δίσκου. Δεν είναι όμως οι μόνες: Το σχήμα παρουσιάζει ένα αρκετά πρωτοποριακό κράμα heavy rock με prog και ψυχεδελικές ,αλλά και funky επιρροές. Παρότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν ουκ ολίγα σχήματα που συνδύαζαν τα άνωθεν αναφερόμενα στυλ, εντούτοις οι Armageddon το κάνουν με ένα τρόπο ξεχωριστό, καθώς συνδυάζουν μοναδικά τα bluesy φωνητικά του Relf που έχουν ένα έντονο 60s «χρώμα», με το στακάτο rhythm section των Caldwell/Cennamo, ενώ ιδιαίτερη μνεία οφείλει να γίνει στον Martin Pugh. Οι κιθάρες του ακούγονται σαν να συνδυάζουν τους Larry “Rhino”Reinhardt (Captain Beyond), Tony Iommi (Black Sabbath) αλλά και τον Peter Hesslein των υποτιμημένων Γερμανών Lucifer’s Friend. Γενικότερα, έχουν ένα εκπληκτικό ήχο, που κάνει ακόμη πιο ιδιαίτερη τη μουσική του LP.
Το τελευταίο εκκινεί με το “Buzzard”, ένα καταιγιστικό up –tempo κομμάτι με ψυχεδελικές επιρροές στο πρώτο riff, και με τρομερό drumming από τον Caldwell. Ρεσιτάλ δίνει και ο Pugh με το wah-wah σε πρώτο πλάνο. Ακολουθεί το “Silver Tightrope” σε πιο ήρεμο , «ταξιδιάρικο»ύφος και με πανέμορφους στίχους, που δημιουργούν μια «ονειρική» ατμόσφαιρα. Το “Paths And Plains And Future Gains” είναι ένα ξεκάθαρο 70s metal κομμάτι με heavy riffs, groove και ένα από τα καλύτερα κιθαριστικά solos του δίσκου. Σε πιο funky ρυθμούς το “Last Stand Before” που θυμίζει έντονα Deep Purple εποχής Coverdale/Hughes. Το κομμάτι όσο προχωράει γίνεται ακόμη πιο «περιπετειώδες» με αποκορύφωμα ένα τρομερό solo από τη φυσαρμόνικα του Relf. To “Basking In the White of the Midnight Sun”που κλείνει και το δίσκο , χωρίζεται ,όπως προαναφέρθηκε, σε τέσσερα μέρη: Το “Warning Coming On” που λειτουργεί ως εισαγωγή, το “Basking In the White of the Midnight Sun” που συνεπαίρνει τα πάντα με τον (και εδώ) καταιγιστικό ρυθμό του ενώ το “Brother Ego” που κινείται σε πιο αργούς ρυθμούς με τη φυσαρμόνικα να δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα. Τέλος το “Basking In the White of the Midnight Sun (Reprise)”, επαναφέρει την ομώνυμη σύνθεση για να ρίξει την «αυλαία».
Δυστυχώς αυτό το τρομερό άλμπουμ , δεν μπόρεσε να έχει συνέχεια. Η δισκογραφική δεν έκανε τίποτα για προωθήσει το σχήμα (έδωσαν μόλις 2 συναυλίες!), η κατάσταση της υγείας του Relf (υπέφερε από άσθμα), επιδεινώθηκε, ενώ τα προβλήματα των υπολοίπων με τα ναρκωτικά, σίγουρα δεν βοήθησαν. Τα παραπάνω δημιούργησαν ένα κλίμα γενικής απογοήτευσης που οδήγησε στη διάλυση της μπάντας.
Ακολούθησε μία τραγωδία , καθώς ο Relf σκοτώθηκε από ηλεκτροπληξία τον Μάιο του 1976 , σε ηλικία μόλις 33 ετών.
Από τους υπόλοιπους ο Cennamo δημιούργησε τους Illusion, o Caldwell επανασυγκρότησε τους Captain Beyond, ενώ ο Pugh αποσύρθηκε, για να επανέλθει 30 χρόνια μετά , το 2007 με του rock’n’rollers 7th Order, στους οποίους μάλιστα συνεργάστηκε με τον Geoff Thorpe, ηγέτη των power metallers Vicious Rumors.
To ομώνυμο ντεμπούτο των Armageddon παραμένει ένας δίσκος που άφησε το στίγμα του στο παγκόσμιο underground, και πάντα θα μνημονεύεται από τους λάτρεις των 70s και όχι μόνο.



Comments