top of page

ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 10:

  • Mar 13, 2017
  • 6 min read


Bloodrock- "Bloodrock" (Capitol, 1970)




Η rock σκηνή του αμερικανικού νότου υπήρξε ανέκαθεν μία εξαιρετικά ιδιόμορφη περίπτωση. Η περιοχή αυτή ,που αποτελείται κατά κύριο λόγο από εξαιρετικά συντηρητικές πολιτείες, ανέπτυξε εξαρχής μία εξαιρετικά ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική αυτή,που με τη σειρά της, αναπτύχθηκε με τρόπο διαφορετικό από τις υπόλοιπες Η.Π.Α. Αυτό σήμαινε ότι σε περιοχές με πολύ έντονο το στοιχείο της παράδοσης και με την country να κυριαρχεί μουσικά ,υπήρξαν αντίρροπα ρεύματα, σίγουρα μειοψηφικά, που έδιναν έμφαση στους μουσικούς πειραματισμούς. Αυτό σε μεγάλο βαθμό συνέβαινε και ως αντίδραση στην προαναφερθείσα συντηρητική πραγματικότητα.


Κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν και η δημιουργία του rock’n’roll τη δεκαετία του 1950. Το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα «γεννήθηκε» στο Νότο, και «οφείλει» σε μεγάλο βαθμό τη γέννηση αυτή, στην ώσμωση που επιτελέστηκε τη χρονική περίοδο στη οποία αναφερόμαστε ,μεταξύ ιδιωμάτων όπως η country, η jazz και τα blues, ξεπερνώντας ακόμη και τα εντονότατα, σε αυτές τις περιοχές φυλετικά στεγανά. Τα παραπάνω ήταν ιδιαιτέρως εμφανή σε τεράστιους καλλιτέχνες που πρωτοστάτησαν όπως οι Elvis Presley, Little Richard, Buddy Holy, Fats Domino κ.α. Η δεκαετία του 60, που ακολούθησε είδε το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στις σκηνές άλλων περιοχών. Παρόλα αυτά τα σχήματα του Νότου συνέχιζαν να αφουγκράζονται τις εξελίξεις και ωθούνται σε μουσικούς πειραματισμούς. Τρανταχτό τέτοιο παράδειγμα, ήταν οι προερχόμενοι από την πολιτεία του Texas, 13th Floor Elevators. Καθοδηγούμενοι από τον Rocky Erikson, κινήθηκαν στα πλαίσια του ψυχεδελικού rock, όντας ιδιαίτερα πρωτοποριακοί. Το τελευταίο ίσχυε και για τις garage rock μπάντες αυτής της περιόδου, που επίσης καινοτόμησαν (π.χ.Amboy Dukes).


Φτάνοντας πλέον στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μία σειρά από συγκροτήματα άρχισαν να ξεπετάγονται , καταθέτοντας μια «δικιά τους», ιδιαιτέρως χαρακτηριστική εκδοχή του blues rock, με folk/country, jazz και ψυχεδελικές αναφορές, σε ένα ιδίωμα που ονομάστηκε southern rock. «Μπροστάρηδες» εκείνη την περίοδο υπήρξαν οι Allman Brothers, που επηρέασαν με τη σειρά τους, μια σειρά από σπουδαία 70s συγκροτήματα, όπως οι Lynyrd Skynyrd, Blackfoot, Marshal Tucker Band, Black Oak Arkansas,ZZ Top.

Ωστόσο το southern rock δεν ήταν το μόνο «ρεύμα» που εμφανίστηκε εκείνη την εποχή. Υπήρξαν και συγκροτήματα τα οποία επέλεξαν να ακολουθήσουν άλλα ηχητικά μονοπάτια, επηρεασμένα και απο τις εξελίξεις που λάμβαναν χώρα σε σκηνές πόλεων όπως το Los Angeles, η Νέα Υόρκη και το Detroit. Τέτοιο παράδειγμα ήταν και οι εδώ παρουσιαζόμενοι Bloodrock, ένα σχήμα με μακρά ιστορία.


Η μπάντα σχηματίστηκε στο Fort Worth του Texas , το 1963 υπό την ονομασία The Naturals από τους Jim Rutledge σε drums και φωνητικά, Nick Taylor σε κιθάρα και φωνητικά, Ed Grundy σε μπάσο και φωνητικά, και Dean Parks στην κιθάρα. Κάτω από αυτήν την ονομασία ,κυκλοφόρησαν το πρώτο τους single το 1965, με τίτλο "Hey Girl" και b-side το "I Want You" , υπό την αιγίδα της δισκογραφικής Rebel. Την ίδια χρονιά μετονομάστηκαν σε Crowd + 1 , για να ακολουθήσουν τρία ακόμη singles: Τα "Mary Ann Regrets” , "Don’t Hold Back" και "Circles" μέσω της Box.


Ωστόσο τα δεδομένα έμελλε να αλλάξουν και πάλι το 1967 , όταν ο Parks αποφάσισε να τους εγκαταλείψει για να αφοσιωθεί στη δουλεία του ως μουσικός παραγωγός, αναλαμβάνοντας μάλιστα σχετικό ρόλο σε ένα από τα πλέον δημοφιλή shows της αμερικάνικης τηλεόρασης , το The Sonny And Cher Comedy Hour. Αντικαταστάτης του ήταν ο εξαιρετικά ταλαντούχος κιθαρίστας Lee Pickens. Ταυτόχρονα στη μπάντα εισήχθη ο Stevie Hill σε πλήκτρα και φωνητικά.


Με αυτό το line-up το σχήμα συνέχισε να παίζει συναυλίες σε αρκετές περιοχές της πολιτείας του Texas, αποκτώντας μάλιστα ένα αρχικώς ολιγάριθμο αλλά πιστό κοινό. Η μπάντα άρχισε να κερδίζει να κερδίζει φήμη, που αφορούσε σε μεγάλο βαθμό τις ιδιαιτέρως δυναμικές ζωντανές της εμφανίσεις. Παρόλα αυτά το δισκογραφικό συμβόλαιο φαινόταν να είναι μακριά. Την ίδια περίοδο, το συγκρότημα ξεκίνησε να επηρεάζεται από τις αλλαγές που λάμβαναν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο μουσικά, έχοντας υιοθετήσει ένα νέο στυλ, επηρεασμένη από Jimi Hendrix Experience, Cream, Vanilla Fudge, Steppenwolf, Iron Butterfly και Fleetwood Mac.


Φτάνοντας στο 1969 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Αιτία για αυτό ήταν το ενδιαφέρον του παραγωγού Terry Knight. O Knight,που είχε συνεργαστεί ήδη με πλειάδα γνωστών καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένων και των Beatles, δούλευε εκείνη την περίοδο στην Capitol και είχε ξεκινήσει να γνωρίζει επιτυχία με τους πρωτοεμφανιζόμενους Grand Funk Railroad. Επιστρέφοντας λοιπόν κάποια στιγμή στο Fort Worth ,που ήταν και περιοχή καταγωγής του, εντόπισε τους Bloodrock, και εντυπωσιάστηκε από τη δύναμη και την ενέργεια που εξέπεμπε η μουσική τους. Ακόμη, τα κοινά στοιχεία που μοιράζονταν οι τελευταίοι με τη μυθική μπάντα από το Detroit, ήταν κάτι που τον έκανε να πιστέψει ότι θα μπορούσαν να γνωρίσουν αντίστοιχη επιτυχία. Την ίδια περίοδο μπήκε στο «κάδρο» του σχήματος και ο χαρισματικός κιθαρίστας και συνθέτης John Nitzinger.


Έτσι, στα τέλη της χρονιάς , το σχήμα ξεκίνησε την ηχογράφηση του πρώτου Full-length δίσκου του, που εντέλει κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1970 , έχοντας ως τίτλο το όνομα του.


Το μονολιθικό , λιτό εξώφυλλο δίνει μια πρώτη ιδέα για το περιεχόμενο. Η μπάντα επιδίδεται σε ένα έξοχο κράμα hard/heavy rock με ψυχεδελικές μελωδίες και έντονες blues επιρροές. Αρκετοί μουσικοκριτικοί κατά καιρούς τους έχουν περιγράψει σαν μια «νότια» αμερικάνικη εκδοχή των Deep Purple. Η αλήθεια είναι ότι οι «μάχες» που ακούγονται μεταξύ heavy riffs και Hammond παραπέμπουν εκεί. Παρόλα αυτά θα ήταν απλοϊκό να μείνουμε μόνο σε αυτό. Αντιθέτως το LP παρουσιάζει πλειάδα επιρροών, πέρα από τις προαναφερθείσες, που εκτείνονται από τους Grand Funk Railroad μέχρι τους Doors και το folk rock. Σε σημεία καθίσταται σαφές ότι αρκετές southern rock μπάντες που είδαμε τα επόμενα χρόνια, επηρεάστηκαν στα σκληρότερα σημεία τους από το παρουσιαζόμενο σχήμα.


Το “Gotta Find A Way” είναι η σύνθεση που εκκινεί το δίσκο, θυμίζοντας Grand Funk. Με τρομερό groove, όμορφα riffs και παθιασμένα bluesy φωνητικά από τον drummer Jim Rutledge που παραπέμπουν σε αυτά του Mark Farner. Οι στίχοι αναφέρονται στα αδιέξοδα της καθημερινής ζωής και στους συμβιβασμούς που αυτή επιβάλλει. Το συγκεκριμένο κομμάτι περιλαμβάνει στίχους ηχογραφημένους με την τεχνική του back masking, καθώς και ένα μέρος από το ποίημα “Jabberwocky” του Βρετανού Lewis Caroll. To”Castle Of Thoughts” που ακολουθεί, μικρότερο σε διάρκεια, συνεχίζει σε αντίστοιχο ύφος, όντας από τις καλύτερες στιγμές του album.


3o κομμάτι στη σειρά το “Fatback”. Ίδιας χρονικής διάρκειας με το προηγούμενο, βασίζεται πάνω σε ένα bluesy κυρίως θεμα με τις κιθάρες και τα (σχεδόν πάντα, κυρίαρχα)πλήκτρα να δίνουν ένα πολύ ιδιαίτερο «χρώμα» στη σύνθεση. Μια όμορφη ψυχεδελική εισαγωγή που ακολουθεί (θα θυμίσει Uriah Heep) , οδηγεί στο Mountain meets Hendrix κυρίως riff του “Double Cross”. Σύνθεση του John Nitzinger (η πρώτη από τις δύο που υπάρχουν στο δίσκο), χαρακτηρίζεται από τις ευρηματικές αλλαγές. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το “Timepiece” . Με δομή πανομοιότυπη με το προηγούμενο, ανήκει στις δυνατές στιγμές του LP.


Κάτι αντίστοιχο μπορούμε να ισχυριστούμε και για το “Wicked Truth” που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά. Τα πάντα φαντάζουν στην εντέλεια. Στιβαρό rhythm section, heavy riffs, και υπέροχες «ταξιδιάρικες» μελωδίες που δημιουργούν αίσθημα νοσταλγίας. Συνέχεια με το “Gimme Your Head” . Σε παρόμοιο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως λόγω των τρομερών κιθαριστικών εμπνεύσεων. Το album ολοκληρώνεται με δύο μεγάλες, σε διάρκεια, συνθέσεις. Πρώτο εκ των δύο το “Fantastic Piece Of Architecture”, «απλώνεται» σε σχεδόν 9 λεπτά, με κύριο συστατικό τα όμορφα ηχοχρώματα των πλήκτρων, θυμίζοντας έντονα Doors αλλά και ψυχεδελικά συγκροτήματα της Δυτικής ‘Όχθης , όπως οι Spirit. Ακολουθεί μία ακόμη σύνθεση του Nitzinger το "Melvin Laid an Egg". Με ευρηματικότατο τίτλο, ξεκινάει με ένα riff που θυμίζει Black Sabbath και πλήκτρα που παραπέμπουν σε Vanilla Fudge.Ίσως φανεί υπερβολικό, όμως η σύνθεση έχει κάτι από την αύρα του κλασικού “In A Gadda Da Vida” των Iron Butterfly, σε πιο heavy «έκδοση».


Ο δίσκος γνώρισε μια σχετική επιτυχία , που έστειλε τη μπάντα σε περιοδεία μαζί με τους ιδιαίτερα δημοφιλείς Grand Funk Railroad. Ακολούθησαν τρία εξαιρετικά albums σε αντίστοιχο ύφος, τα “Bloodrock 2”(1970- έγινε χρυσό στις Η.Π.Α), “Bloodrock 3”(1971) και “Bloodrock USA” (1971), ενώ η πρώτη περίοδος του σχήματος ολοκληρώθηκε με το live album “Bloodrock Live”(1972). Ωστόσο τα πράγματα έμελλε να αλλάξουν στη συνέχεια. Πιο συγκεκριμένα επήλθε ρήξη στις σχέσεις της μπάντας με τον Terry Knight, που οδήγησε τον τελευταίο να αποχωρήσει από τη θέση του ατζέντη. Ακόμη, οι σχέσεις μεταξύ των μελών δεν ήταν οι καλύτερες , με αποτέλεσμα αποχωρήσεις και αντικαταστάσεις. Κυκλοφόρησαν ακόμη δύο LP ,τα “Passage”(1972) και “Whirlwind Tongues” (1974), που κινούνταν σε πιο progressive rock ύφος και έμελλε να αποδειχτούν οι τελευταίες προσπάθειες του συγκροτήματος. Παρ όλη τη σύντομη πορεία τους , υπήρξαν ιδιαιτέρως επιδραστικοί για τα σχήματα εκείνης της εποχής, αν και μετά τη διάλυση τους το 1975, επανεμφανίστηκαν μόνο το 2005 για μία reunion συναυλία που διεξήχθη στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, το Fort Worth του Texas, για φιλανθρωπικούς σκοπούς.




Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page