CONTROVERSIAL ALBUMS PART 1:
- Mar 20, 2017
- 6 min read

Black Sabbath- "Tyr" (I.R.S, 1990)
Από αυτή την εβδομάδα, το blog vinyl stories εγκαινιάζει μία νέα στήλη με τίτλο Controversial albums. Όπως γίνεται αντιληπτό και από τον τίτλο, η στήλη αυτή θα ασχολείται με δίσκους γνωστών και καταξιωμένων συγκροτημάτων που θεωρούνται αμφιλεγόμενοι, διχάζοντας κατά καιρούς κοινό και κριτικούς όσον αφορά την αξία τους. Ταυτόχρονα ,με αυτό τον τρόπο, θα δοθεί η ευκαιρία για αναφορά σε λιγότερο γνωστές στιγμές της δισκογραφίας σπουδαίων σχημάτων. Το τελευταίο θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς τόσο ο έντυπος , όσο και ο ηλεκτρονικός τύπος που ασχολούνται με αυτή τη μουσική, βρίθουν (και δικαίως) από αφιερώματα σε κλασικά albums. To γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα, άλλες δισκογραφικές προσπάθειες από τεράστιες μπάντες να είναι λιγότερο προβεβλημένες.
Το ξεκίνημα γίνεται με τους Black Sabbath και το album “Tyr” του 1990. Ο εν λόγω δίσκος είναι ένας από τους 5 συνολικά ,που ηχογραφήθηκαν την περίοδο που οι πατέρες του metal είχαν τον Tony Martin πίσω από το μικρόφωνο. Η συγκεκριμένη περίοδος εξακολουθεί να είναι ιδιαιτέρως παραγνωρισμένη, σε μεγάλο βαθμό άγνωστη, ακόμα και από αρκετούς ανθρώπους που γνωρίζουν καλά την Ozzy ή την Dio εποχή του σχήματος.
Σε γενικότερο επίπεδο τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ήταν ένα χρονικό διάστημα με πολλές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες για το θρυλικό συγκρότημα από τα Birmingham. Το line-up γνώριζε πολλές αλλαγές, με τον Tony Iommi να είναι ο μόνος σταθερός παρονομαστής. Ανέκαθεν οι Sabbath όφειλαν την ύπαρξη τους στο μουσικό όραμα του θρυλικού μυστακοφόρου κιθαρίστα, ωστόσο σε καμία άλλη περίοδο δεν υπήρξε περισσότερο εμφανές ότι αποτελούσαν το προσωπικό του σχήμα. Ουσιαστικά , αυτή η κατάσταση ξεκίνησε να διαμορφώνεται το 1985, όταν το συγκρότημα μπήκε "στον πάγο". Ο Iommi θέλησε να κυκλοφορήσει ένα solo δίσκο, το “Seventh Star”, με την συνδρομή του Glenn Hughes (ex-Trapeze, Deep Purple) στα φωνητικά. Τελικώς, μετά από πιέσεις της εταιρείας , πείστηκε να βάλει στο δίσκο το λογότυπο των Black Sabbath. Το LP,που προσέγγιζε τον mainstream αμερικάνικο hard’n’ heavy ήχο της εποχής, εισέπραξε κατά κύριο λόγο αρνητικές κριτικές , ενώ εμπορικά ,δεν μπόρεσε να γνωρίσει επιτυχία και να σταματήσει τον κατήφορο του συγκροτήματος, που έβλεπε τη δημοτικότητα του να μειώνεται συνεχώς, την ίδια στιγμή μάλιστα, που τα προσωπικά σχήματα τόσο του Ozzy, όσο και του Dio, παρουσιάζονταν εξαιρετικά δημοφιλή.
Παρόλα αυτά, μέσω της συγκεκριμένης κυκλοφορίας, το συγκρότημα βγήκε από τον πάγο, μπαίνοντας σε μια τροχιά ανασυγκρότησης. Ένας από τους ανθρώπους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ αυτή τη διαδικασία , ήταν ο Tony Martin. Ο Βρετανός τραγουδιστής εισχώρησε στους Sabbath στα τέλη του 1986, αντικαθιστώντας τον Ray Gillen( R.I.P),που ήδη είχε ξεκινήσει να ηχογραφεί με το σχήμα. Από την πρώτη στιγμή, εντυπωσίασε στις audition φέρνοντας μία νέα δυναμική και έτσι μπόρεσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Iommi. Ο τελευταίος βρήκε στο πρόσωπο του τραγουδιστή, τον άνθρωπο που θα τον βοηθούσε και στην προσπάθεια να εξελίξει τον ήχο της μπάντας, έτσι ώστε να συμβαδίζει με το γενικότερο πλαίσιο της εποχής. Το παραπάνω ήταν πάντα μία επιδίωξη του θρυλικού κιθαρίστα , άλλοτε με εντυπωσιακά (“Heaven And Hell”, “The Mob Rules”) και άλλοτε με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα (“Born Again”). Εκτός από τον Martin, αρωγός σε αυτή την προσπάθεια στάθηκε και ο πρόσφατα αδικοχαμένος Geoff Nicholls. Ο ιδιαίτερα παραγνωρισμένος συνθέτης, κιθαρίστας και κιμπορντίστας, υπήρξε επί σειρά ετών ο αφανής ήρωας του συγκροτήματος. Ξεκινώντας την καριέρα του από τους Quartz (με τους οποίους θα ασχοληθούμε εκτενέστερα ,καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο μέλλον) και ξεκίνησε να συνεισφέρει στους Sabbath παίζοντας πλήκτρα, το 1980 , μένοντας μαζί τους μέχρι και το 1996, βοηθώντας και αυτός στην διαμόρφωση του ύφους αυτής της περιόδου.
Σε ένα χρονικό διάστημα που χαρακτηριζόταν από αλλαγές στο rhythm section, οι Black Sabbath κυκλοφόρησαν αρχικά το “The Eternal Idol” (1987), ένα δίσκο που χαρακτηρίστηκε από την εγκατάλειψη τους ύφους του “Seventh Star”, παρουσιάζοντας ένα Mid-tempo Heavy metal με πολλές επικές προεκτάσεις. Παρόλα αυτά ο δίσκος εισέπραξε ανάμεικτες κριτικές, αποτυγχάνοντας εμπορικά. Τότε ήταν που η μπάντα προσέγγισε τον σπουδαίο drummer Cozy Powell, για να καλύψει τη θέση πίσω από τα τύμπανα. O τελευταίος με το χαρακτηριστικό και ιδιαίτερα δυναμικό παίξιμο του (μιλάμε εξάλλου, για τον άνθρωπο που υπήρξε –μεταξύ άλλων-μέλος των Rainbow, ηχογραφώντας μαζί τους τα εμβληματικά albums “Rising” και “Long Live Rock’n’Roll”), κατάφερε να δώσει μία επιπλέον ώθηση στο συγκρότημα. Το “Headless Cross” (1989) ήταν ο δίσκος που ακολούθησε και ήταν σαφέστατα ανώτερος από τον προκάτοχο του. Με τη συμμετοχή του θρυλικού Brian May και κομματάρες όπως το “When Death Calls” και το ομώνυμο, το album έγινε δεκτό με θετικά σχόλια από τους fans, σημειώνοντας αξιοσημείωτη –τηρουμένων των αναλογιών-επιτυχία (έγινε χρυσό στη Βρετανία).
Έχοντας καταφέρει να βρει και μια πιο σταθερή λύση για την θέση του μπασίστα, με την είσοδο του Neil Murray(ex-Whitesnake και Gary Moore, μεταξύ άλλων), το σχήμα ξεκίνησε να συνθέτει τον επόμενο δίσκο του. Ένα γεγονός που σημάδεψε τη δημιουργία του LP ,ήταν η απόφαση του Tony Martin να γράψει στίχους με επική θεματολογία, με έμφαση στους σκανδιναβικούς μύθους, δίνοντας ένα πολύ ιδιαίτερο «χρώμα» στο “Tyr”, που με τη σειρά του πήρε την ονομασία του από τον ομώνυμο θεό των Vikings. Παρόλα αυτά το album δεν είναι concept, όπως λανθασμένα είχε θεωρηθεί από πολλούς. Αντιθέτως, όπως θα δούμε και παρακάτω, έχει μια πιο ευρεία στιχουργική, με την προαναφερθείσα θεματολογία να αποτελεί ένα κομμάτι των ιδεών του Martin.
Η ηχογράφηση έλαβε χώρα τόσο στα θρυλικά Rockfield Studios της Ουαλίας,όσο και στα Woodcray Studios του Berkshire, με την παραγωγή να γίνεται από τα την ίδια την μπάντα, και ο δίσκος βρέθηκε στα ράφια τον Αύγουστο του 1990, μέσω της I.R.S, της δισκογραφικής που ανήκαν οι Black Sabbath εκείνη την εποχή. Οι πρώτες ακροάσεις ξένισαν τους οπαδούς και τον τύπο της εποχής. Αυτό ήταν σε ένα βαθμό λογικό, καθώς η μουσική του “Tyr”, συνιστούσε μια περαιτέρω «απομάκρυνση» από τις ρίζες του συγκροτήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί χαρακτηρίζουν το album ως epic metal. Πραγματικά , η επική όσο και σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι παντού παρούσα, από το εξώφυλλο(το οποίο και απεικονίζει Νορδικές επιγραφές-ρούνους) , μέχρι και τις ίδιες τις συνθέσεις. Σημαντικότατο ρόλο σε αυτό διαδραματίζουν τα πλήκτρα του Nicholls,με τις μεσαιωνικές επιρροές τους.
Ένα ακόμη ηχητικό γνώρισμα του δίσκου είναι τα τύμπανα, τα οποία και είναι τοποθετημένα εμφανώς «μπροστά» στην τελική μίξη, αλλά αντί να λειτουργούν ως τροχοπέδη, ενισχύουν αρκετά τον προαναφερθέντα επικό χαρακτήρα των συνθέσεων.
Ο δίσκος εκκινεί με το “Anno Mundi (The Vision)”, ένα εξάλεπτο έπος με έντονες επιρροές από το υπερ-κλασικό “Children Of The Sea”, στην ακουστική του εισαγωγή , αλλά και στην ανάπτυξη, με τρομερά mid-tempo riffs, από αυτά που μόνο ο Iommi μπορεί να γράψει. Ακολουθεί το “ The Law Maker”, σε εντελώς διαφορετικό στυλ, καθώς αποτελεί ένα από τα πιο γρήγορα τραγούδια του δίσκου, αλλά και του σχήματος γενικότερα, παραπέμποντας υφολογικά σε άλλα βρετανικά metal μεγαθήρια , όπως οι Rainbow, οι Judas Priest, οι Saxon και οι Iron Maiden. Συνέχεια στο album με το “Jerusalem”. Με στίχους που μιλούν με αλληγορικό τρόπο και για την ματαιότητα των πολέμων, το κομμάτι αποτελεί μία από τις καλύτερες στιγμές του LP. Mid- tempo και αυτό, επιβλητικό, με υποβλητική ατμόσφαιρα (τα πλήκτρα εδώ παίζουν μεγάλο ρόλο) και μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Martin. H πρώτη πλευρά κλείνει με μια ακόμη κομματάρα, το “The Sabbath Stones”. Επικό doom metal στα καλύτερα του, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά , με αργόσυρτα riffs και μεγαλειώδη ατμόσφαιρα, ενώ το πιο γρήγορο, μελωδικό τελείωμα , «απογειώνει» τη σύνθεση.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “The Battle Of Tyr”ένα μονόλεπτο ορχηστρικό πέρασμα ,που εισάγει τον ακροατή στο επικό κρεσέντο που θα ακολουθήσει. Μπορούμε να πούμε ότι οι ιδέες του Nichols εδώ , είναι επηρεασμένες από συνθέτες όπως ο Edvard Grieg και ο Gustav Holst (μην ξεχνάμε ότι το “Mars” του τελευταίου, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το ομώνυμο κομμάτι της μπάντας, αλλά και πολλά κινηματογραφικά soundtracks, όπως αυτό του “Star Wars”). Το προαναφερθέν πέρασμα , αποτελεί την αρχή μίας τριλογίας που εμπνέεται από τη μυθολογία των Vikings και συνεχίζει με το “Odin’s Court”, μία τρίλεπτη ακουστική σύνθεση , που δίνει την ερμηνεία στον Martin να ξεδιπλώσει το εύρος της φωνής του. Ακολουθεί το “Valhalla”, ένα ακόμη εντυπωσιακό κομμάτι. Τρομερή απόδοση από όλα τα μέλη, ενώ ιδιαίτερα ο Cozy Powell( R.I.P), καταφέρνει να ξεχωρίσει με το στιβαρό drumming του. Το τραγούδι συνιστά μια επική κορύφωση. Οι άριστες εντυπώσεις μάλλον μετριάζονται από το επόμενο “Feels Good To Me”.Μία μπαλάντα με ερωτικούς στίχους , από αυτές που έγραφαν κατά κόρον τα συγκροτήματα των late 80s.Δεν είναι σε καμία περίπτωση κακή, περιλαμβάνει μάλιστα και ένα όμορφο solo από τον Iommi. Απλά είναι κοινότοπη και δεν ταιριάζει με το κλίμα του υπόλοιπου δίσκου, ο οποίος ολοκληρώνεται με το “Heaven In Black”. Ένα επίσης ικανοποιητικό κομμάτι, κλασικού heavy metal, που δεν μπορεί ωστόσο να συναγωνιστεί άλλες στιγμές του album.
H 15η κυκλοφορία του σχήματος πραγματοποίησε κάποιες ικανοποιητικές εισόδους στα charts ( Νο 24 στη Βρετανία, Νο 12 στη Γερμανία). Συνολικά όμως δεν μπόρεσε να γνωρίσει εμπορική επιτυχία, ενώ το ίδιο συνέβη και με την περιοδεία που ακολούθησε. Αυτό έφερε ως αποτέλεσμα τη διάλυση της συγκεκριμένης σύνθεσης το 1991, με τον Iommi να επιθυμεί την εκ νέου συνεργασία με τον Dio, κάτι που συνέβη λίγο αργότερα, ενώ στο μέλλον ο Martin θα επέστρεφε στους Black Sabbath.
Τα επόμενα χρόνια, το συγκεκριμένο album απέκτησε μία μάλλον “cult”υπόσταση, έλκοντας κατά κύριο λόγο τους οπαδούς του επικού ήχου σε διάφορες χώρες (με την Ελλάδα να είναι μία εξ αυτών). Μια κατάσταση μάλλον άδικη ,καθώς αποτελεί πιθανότατα την καλύτερη στιγμή του κολοσσιαίου συγκροτήματος από το 1982 και μετά και αξίζει να βρίσκεται σε κάθε ενημερωμένη δισκοθήκη.



Comments