CONTROVERSIAL ALBUMS PART 2:
- Mar 28, 2017
- 7 min read

Iron Maiden- "The X Factor" (EMI, 1995)
Την προηγούμενη εβδομάδα αναφερθήκαμε στο “Tyr” των Black Sabbath, εγκαινιάζοντας τη συγκεκριμένη στήλη. Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα άλλο από τα μεγαθήρια του βρετανικού metal, τους Iron Maiden και το δέκατο τους δίσκο “The X Factor”,που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1995. Το συγκεκριμένο album είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα του θρυλικού συγκροτήματος και εξακολουθεί να διχάζει τους πολυπληθείς οπαδούς τους ακόμη και σήμερα . Η ιδιαιτερότητα του οφείλεται και στο γεγονός, ότι η δημιουργία του έλαβε χώρα σε πρωτόγνωρες –για τη μπάντα- συνθήκες, τόσο σε σχέση με τα όσα γίνονταν εντός αυτής, όσο και σε ότι είχε να κάνει με το ευρύτερο μουσικό πλαίσιο αυτής της περιόδου. Αλλά ας δούμε τα πράγματα λίγο πιο συγκεκριμένα.
Σε γενικότερο επίπεδο, μπορούμε να πούμε ότι η δεκαετία του 1990 δεν ήταν και η καλύτερη για το σχήμα από το East End του Λονδίνου , παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί τα θριαμβευτικά 80s. Αρχικά η μπάντα αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μουσική κατεύθυνση του αριστουργηματικού “Seventh Son Of A Seventh Son”(1988), κυκλοφορώντας ένα δίσκο σε πιο απλό και μινιμαλιστικό ύφος, κάτι που σήμανε και την αποχώρηση του κιθαρίστα Adrian Smith,που διαφωνούσε με μία τέτοια προοπτική. Η προαναφερθείσα επιλογή του συγκροτήματος δεν φάνηκε να δικαιώνεται σε πρώτη φάση, καθώς το “No Prayer For The Dying”(1990),αποτέλεσε το πρώτο μέτριο album στην πορεία του, προβληματίζοντας τους οπαδούς. Παρόλα αυτά μπόρεσε να σημειώσει εμπορική επιτυχία εφάμιλλη των προκατόχων του.
Με το νέο μέλος Janick Gers στην κιθάρα , να έχει μπει για τα καλά στην ομάδα, συμπληρώνοντας τους Harris/Murray/McBrain/ Dickinson, οι Maiden συνέχισαν παρουσιάζοντας το επόμενο lp τους με τίτλο “Fear Of The Dark” το 1992. Σε εφάμιλλο μουσικό ύφος με το προηγούμενο, ήταν ωστόσο σαφέστατα ανώτερο , περιλαμβάνοντας κομμάτια που εξελίχθηκαν σε κλασικά όπως τα “Be Quick Or Be Dead”, “Afraid To Shoot Strangers”,καθώς και το ομώνυμο έπος που έμελλε να αναδειχτεί στο πλέον αναγνωρίσιμο τραγούδι στην Ιστορία του σχήματος. Το album σημείωσε πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία (Νο 1 στη Βρετανία), παρά το γεγονός ότι οι εποχές φαινόντουσαν ολότελα διαφορετικές. Πλέον το grunge και το αποκαλούμενο alternative rock κυριαρχούσαν, με το κλασικό metal , να θεωρείται από αρκετούς(ιδίως δημοσιογράφους) «τελειωμένη υπόθεση». Επιτυχία σημείωσε και η περιοδεία που ακολούθησε. Και ενώ όλα έδειχναν να παίρνουν και πάλι το δρόμο τους, ήρθε η αποχώρηση του Bruce Dickinson το καλοκαίρι του 1993, για να αλλάξει άρδην τα πράγματα.
Ο σπουδαίος frontman στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε αρχίσει και άλλες καλλιτεχνικές ασχολίες , που είχαν να κάνουν με την έκδοση βιβλίων, ενώ είχε παρουσιάσει και τον πρώτο solo δίσκο του , με τίτλο “Tatooed Millionaire”(1990). Tα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει να αισθάνεται πως περιορίζεται καλλιτεχνικά εντός του συγκροτήματος και τελικά να αποφασίσει να αποχωρήσει. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε , ήταν εξαιρετικά ιδιόμορφη για την ευρύτερη metal σκηνή. Αναφέρθηκε πρωτύτερα η αντιμετώπιση από τον Τύπο. Η εν γένει αντιμετώπιση του είδους από τη μουσική βιομηχανία, ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας που έπαιξε το ρόλο του στη διάλυση αρκετών σχημάτων, αλλά και στις αποχωρήσεις σημαντικών μελών από συγκροτήματα που συνέχισαν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια χρονιά (1993) , είχαμε τη φυγή τόσο του Rob Halford από τους Judas Priest, όσο και του Michael Kiske από τους Helloween.
Όπως ήταν φυσικό, η αντικατάσταση ενός τραγουδιστή όπως ο Dickinson, μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν. Οι υποψήφιοι ήταν αρκετοί, μεταξύ αυτών, ο Βραζιλιάνος Edu Falaschi (μετέπειτα Angra),o Brian Ross (Blitzkrieg, ex-Satan), αλλά και ο Σκοτσέζος Doogie White (μετέπειτα Rainbow, Malmsteen,Tank) που φαινόταν σε αρκετούς ως ο επικρατέστερος. Τελικά οι Maiden αποφάσισαν να κάνουν «στροφή», καταλήγοντας σε έναν τραγουδιστή με τελείως διαφορετική φωνή από τον προκάτοχο του. Ο λόγος για τον Bayley Alexander Cooke ή Blaze Bayley,όπως έγινε γνωστός. Έχοντας ξεκινήσει την πορεία του στα 80s με τους Wolfsbane, ένα σχήμα που παρότι είχε ηχογραφήσει δίσκους με παραγωγό τον Rick Rubin και είχε υπάρξει support στη βρετανική περιοδεία των Maiden για το “No Prayer For The Dying”, δεν είχε καταφέρει να γνωρίσει επιτυχία, με αποτέλεσμα γύρω στο 1994 το μέλλον του να είναι αβέβαιο. Τότε ήταν που ο Blaze δέχτηκε κρούση από τη μπάντα και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Πήγε για audition , εντυπωσίασε τον αρχηγό Steve Harris ,που με τη σειρά του αποφάσισε πως αυτή ήταν η φωνή που χρειαζόταν το συγκρότημα. Η είδηση της εισόδου του στο σχήμα έγινε δεκτή με έντονο σκεπτικισμό(στην καλύτερη περίπτωση) ,αλλά και αποδοκιμασία από fans και κριτικούς, ιδίως από όσους είχαν έρθει σε επαφή με το προηγούμενο σχήμα του τραγουδιστή, καθώς θεωρούσαν ότι ο νέος τραγουδιστής δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας του μπάντας και του υλικού της. Ιδιαιτέρα η στάση του βρετανικού Τύπου προξένησε μεγάλη εντύπωση εκείνη την εποχή, καθώς για πρώτη φορά εμφανιζόταν τόσο αρνητικά διακείμενος προς το σχήμα.
Η ηχογράφηση του πρώτου δίσκου για το νέο line-up, έλαβε χώρα στα Barnyard Studios , στο Essex της Βρετανίας, τα οποία και αποτελούν τα προσωπικά studios του Steve Harris. Στο ίδιο μέρος είχαν γραφτεί και τα δύο προηγούμενα lp ‘s της μπάντας. Αυτή τη φορά ωστόσο υπήρχε μία τεράστια διαφορά σε σχέση με το παρελθόν. Για πρώτη φορά μετά το ομώνυμο ντεμπούτο του σχήματος , το 1980, απουσίαζε από την καρέκλα του παραγωγού ο Martin Birch. Ο θρυλικός παραγωγός, πασίγνωστος από τη συνεργασία του με μπάντες όπως οι Fleetwood Mac, οι Deep Purple, οι Rainbow, οι Whitesnake, οι Black Sabbath, οι Blue Oyster Cult, οι Wishbone Ash και οι MSG ,ήταν ο άνθρωπος που είχε συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του ήχου των Maiden, αποτελώντας επί της ουσίας , αναπόσπαστο κομμάτι τους. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να μην προσλάβουν έναν άλλο παραγωγό-όνομα και το ρόλο αυτό να αναλάβει ο Harris με τη βοήθεια του μηχανικού ήχου Nigel Green ,που επί χρόνια είχε επωμιστεί το πόστο αυτό στις περιοδείες του συγκροτήματος.
Οι προαναφερθείσες αλλαγές έφεραν αρκετές ηχητικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το παρελθόν. Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε ότι το “The X Factor” είναι το πιο «διαφορετικό» album που είχε κυκλοφορήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή το λονδρέζικο σχήμα. Η μουσική κατεύθυνση τείνει προς το progressive rock περισσότερο από ποτέ άλλοτε, με αρκετή ποικιλία ρυθμών μέσα στα κομμάτια. Ταυτόχρονα οι κιθάρες ακούγονταν λιγότερο «αιχμηρές» σε σχέση με παλιότερα, ενώ ο drummer Nicko McBrain αποφάσισε να δοκιμάσει περισσότερα triggers στον ήχο των τυμπάνων , έτσι ώστε ο τελευταίος να ακούγεται πιο σύγχρονος και δυναμικός. Ακόμη ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι ο Blaze Bayley συμμετείχε εκτενώς στην συνθετική διαδικασία του δίσκου. Ήταν σαφές ότι ο νέος frontman είχε τρομερό ενθουσιασμό και «δίψα» για αναγνώριση. Αυτό ερχόταν και σε ένα βαθμό σε αντίθεση με την κατάσταση που βρισκόταν ο αρχηγός Steve Harris, ο οποίος έχει παραδεχτεί ότι βίωνε ένα δύσκολο διαζύγιο εκείνη την εποχή και ότι αυτό τελικώς αποτυπώθηκε και στο album, καθώς για πρώτη φορά μια κυκλοφορία των Iron Maiden χαρακτηριζόταν από τόσο «σκοτεινή» και πεσιμιστική ατμόσφαιρα.
Η πρώτη επαφή των οπαδών με τη νέα πραγματικότητα ήρθε τελικώς στις 25/9/1995 μέσα από το single” Man On The Edge” , για να ακολουθήσει η έκδοση του LP στις 2/10/1995 και το ξεκίνημα της παγκόσμιας περιοδείας λίγο αργότερα. Δεν είναι μυστικό ότι αρκετοί από τους fans «πάγωσαν» ακούγοντας το “The X Factor”,χωρίς να λείπουν και αυτοί που ικανοποιήθηκαν.
Ο δίσκος είχε διάρκεια 71 λεπτών, τη μεγαλύτερη που είχε studio album των Iron Maiden έως τότε και ξεκινούσε με ένα 11λεπτο επικό κομμάτι. Το “Sign Of The Cross” εμπνευσμένο στιχουργικά από «Το Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, είναι από τα καλύτερα 90s κομμάτια του σχήματος. Εκκινεί με γρηγοριανές ψαλμωδίες για να ακολουθήσει η αρχή σε ήπιους τόνους και τα σχεδόν μυστηριακά φωνητικά του Bayley. Συνεχίζει σε «καλπάζον» ρυθμό, με τρομερές μελωδίες, breaks και solos. Απλά μεγαλειώδες. Συνέχεια με το “Lord Of The Flies”.Βασισμένο στην ομότιτλη νουβέλα του William Goulding,που είχε ως θέμα την κατάρρευση κάθε ηθικής στο βωμό της επιβίωσης(ανησυχητικά επίκαιρο). Το κομμάτι είναι μικρότερο σε διάρκεια , γρήγορο, με υμνικές δισολίες και εξαιρετικά φωνητικά. Από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου. Τρίτο στη σειρά το single” Man On The Edge”. Επηρεασμένο από την ταινία “Falling Down” του Joel Schumacher, αποτελεί ένα up –tempo τραγούδι , με ωραία κιθαριστικά μέρη, χωρίς όμως να συγκλονίζει όσο παλαιότερες συνθέσεις των Βρετανών σε αντίστοιχο ύφος. Το “Fortunes Of War” που ακολουθεί είναι βασισμένο στη συνθετική μανιέρα πολλών τραγουδιών της μπάντας τα τελευταία 25 χρόνια. Εισαγωγή με μπάσο, ακουστικά περάσματα με αρμονίες που παραπέμπουν στους Wishbone Ash και εναλλαγές ρυθμών. Ξεχωρίζει η σκοτεινή ατμόσφαιρα που ταιριάζει όμορφα με τους στίχους που αφορούν την επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης των στρατιωτών , μετά την επιστροφή τους από το πεδίο των μαχών, μια θεματολογία ιδιαίτερα αγαπητή στο συγκρότημα. Σε αντίστοιχο ύφος και το πιο αισιόδοξο “Look For The Truth” που έπεται. Με όλα τα trademarks της μπάντας παρόντα, αποτελεί μία πιο κοινότυπη σύνθεση που δεν ξεχωρίζει. Αντιθέτως το “The Aftermath”, με στίχους που καυτηριάζουν τις αγριότητες του πολέμου και ένα βασικό riff με σαφή αναφορά στο “Warrior”( Wishbone Ash), είναι εξαιρετικό, καθώς εμφανίζει μία εξαιρετική ανάπτυξη με πανέμορφες μελωδίες και κορύφωση με τα τρομερά solos.
Συνέχεια με δύο συνθέσεις του Harris , τα “Judgement Of Heaven” και “Blood On The World’s Hands”. Το πρώτο είναι μια από τις χαρακτηριστικές συνθέσεις του δίσκου, χωρίς να είναι κάτι το συγκλονιστικό .Με ήρεμη εισαγωγή που δίνει τη θέση της σε κλασικά riffs και ωραίες δισολίες, ενώ οι στίχοι αντανακλούν εμφανώς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο αρχηγός του σχήματος εκείνη την περίοδο. Το δεύτερο ξεκινάει με ένα mini solo μπάσου, και αναπτύσσεται με σαφέστατα progressive διάθεση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μία Wishbone Ash meets Rush σύνθεση, που η ατμόσφαιρα της τονίζεται και από τα πλήκτρα. Ακολουθεί το “The Edge Of Darkness”. Βασισμένο στη θρυλική ταινία «Αποκάλυψη Τώρα» του Francis Ford Coppola, που με τη σειρά της είναι επηρεασμένη από την «Καρδιά του Σκότους» του Joseph Conrad, έχει μία αντίστοιχη ανάπτυξη ως τραγούδι με «καλπάζον» ξέσπασμα και μελωδίες που παραπέμπουν σε αυτές του “Hallowed Be Thy Name”, ενώ η συναισθηματική ερμηνεία του Blaze ξεχωρίζει. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το εν μέρει αυτοβιογραφικό “2 A.M”. ‘Ένα κομμάτι που δεν ενθουσιάζει, περιέχει όμως πολύ όμορφους στίχους. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το “The Unbeliever” που ολοκληρώνει το LP. Πολύπλοκο, με αρκετές αλλαγές, prog περάσματα και ευρηματικά solos.
Δύο ζητήματα για τα οποία έγινε αρκετή συζήτηση ήταν η απόδοση του Bayley, όπως και το εξώφυλλο. Η αλήθεια για το πρώτο, είναι ότι ο τραγουδιστής έδωσε το μέγιστο των δυνατοτήτων του,ενώ η φωνή του ταίριαξε «γάντι» με τις συγκεκριμένες συνθέσεις. Όσον αφορά το δεύτερο,αυτό ήταν δουλεία του Hugh Syme (Rush, Fates Warning, Queensryche,Nevermore μεταξύ άλλων), ο οποίος έκανε προσπάθεια να ξεφύγει από το comic book style που είχε η μασκότ της μπάντας ,Eddie στα προηγούμενα albums, δημιουργώντας κάτι πιο μοντέρνο και «ζωντανό», σε ένα αποτέλεσμα που δίχασε.
Η περιοδεία που ακολούθησε έφερε το σχήμα για πρώτη φορά στη Νότιο Αφρική και στο Ισραήλ, ενώ σηματοδότησε και την επιστροφή τους στην Ελλάδα για πρώτη φορά μετά το 1988. Παρόλα αυτά οι συναυλιακοί χώροι που τους υποδέχονταν, ήταν σαφέστατα μικρότεροι ,όπως και το ενδιαφέρον των οπαδών.
Θα ακολουθούσαν πολύ χειρότερα, με ένα κακό δίσκο ("Virtual XI"), περαιτέρω πτώση της δημοτικότητας της μπάντας, ακόμη περισσότερη κριτική και αρκετές ακυρωμένες εμφανίσεις, αφού ο Bayley καταπονούσε τη φωνή του, προσπαθώντας να τραγουδήσει το παλιό υλικό με τον τρόπο που το έκανε ο προκάτοχος του.
Παρόλα αυτά το “The X Factor” παρέμεινε ένα ιδιαίτερο album. Σίγουρα δεν συμπεριλαμβάνεται στα αριστουργήματα του συγκροτήματος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν άξιζε την αντιμετώπιση που έτυχε από αρκετούς οπαδούς και τον Τύπο εκείνη την εποχή.



Comments