top of page

CONTROVERSIAL ALBUMS PART 3:

  • Apr 3, 2017
  • 7 min read

Judas Priest- "Ram It Down" (CBS, 1988)





Αυτή την εβδομάδα θα συνεχιστεί η αναφορά σε αμφιλεγόμενες στιγμές μεγαθηρίων του metal, με ένα ακόμη μεγάλο σχήμα της βρετανικής σκηνής. Ο λόγος για τους Judas Priest. To θρυλικό συγκρότημα από το Birmingham βρισκόταν σε μια πολύ ιδιάζουσα φάση στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τα αριστουργήματα που είχαν ηχογραφήσει στα 70s αλλά και στο πρώτο μισό των 80s, τους είχαν καθιερώσει ως ένα από τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα σε πωλήσεις συγκροτήματα του σκληρού ήχου. Πλάι στους κλασικούς δίσκους , είχαν κυκλοφορήσει και κάποιοι πιο μέτριοι όπως το “Point Of Entry” του 1981,που όμως δεν στάθηκαν ικανοί να ανακόψουν την εντυπωσιακή πορεία της μπάντας, που έβλεπε τη δημοτικότητα της να αυξάνεται, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. Στη συγκεκριμένη χώρα τα δύο πιο πρόσφατα-τότε- albums του συγκροτήματος (“Screaming For Vengeance” του 1982 και “Defenders Of The Faith” του 1984) εκτός από διθυραμβικές κριτικές, είχαν αποκτήσει και πλατινένιο status, μάλιστα το πρώτο εκ των δύο εις διπλούν.


Τα παραπάνω είχαν αφήσει το στίγμα τους στη metal σκηνή όπου ξεπετάγονταν διαρκώς συγκροτήματα που ακολουθούσαν τις διδαχές τους , προσπαθώντας ταυτόχρονα να παρουσιάσουν κάτι καινούργιο και καινοτόμο. Απότοκα αυτής της διαδικασίας ήταν κινήματα και ιδιώματα όπως το New Wave Of British Heavy Metal αρχικά (στο οποίο οι Priest άσκησαν καθοριστική επιρροή , περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη μπάντα),και αργότερα το thrash και το power metal, τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην αμερικανική εκδοχή τους. Παράλληλα με αυτό, ήταν γνωστό ότι οι Βρετανοί προσπαθούσαν πάντα να πειραματιστούν με τον ήχο τους , ώστε ο τελευταίος να συμβαδίζει με τις εξελίξεις στην ευρύτερη metal σκηνή. Αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας ήταν και οι δίσκοι του πρώτου μισού της δεκαετίας του 80.


Συνεχίζοντας σε αυτό το μοτίβο, το 1985 πήραν την απόφαση να τολμήσουν κάτι διαφορετικό. Πιο συγκεκριμένα θέλησαν να ηχογραφήσουν ένα διπλό album, για πρώτη φορά στην καριέρα τους, με τον έναν δίσκο να περιλαμβάνει πιο εμπορικά και μελωδικά κομμάτια , βασισμένα στα guitar synthesizers (αποτελούσαν τη νέα τάση της εποχής) και τον δεύτερο πιο heavy υλικό, στο «παραδοσιακό» ύφος των Priest. Τo album θα έφερε την ονομασία “Twin Turbos” με τον «μύθο» να λέει ότι οι κιθαρίστες Glenn Tipton και KK Downing είχαν επηρεαστεί και από τα γρήγορα αυτοκίνητα που είχαν αποκτήσει εκείνη την περίοδο. Οι δύο μουσικοί είχαν αναλάβει να ηγηθούν σε μία χρονική συγκυρία που έβλεπε το σχήμα να αντιμετωπίζει και εσωτερικά προβλήματα, που είχαν να κάνουν με τις καταχρήσεις του τραγουδιστή Rob Halford. Ο Metal God, έφτασε σε οριακό σημείο ,με συνέπεια να μπει για αποτοξίνωση τον Ιανουάριο του 1986, κατά διάρκεια των ηχογραφήσεων, κατορθώνοντας ωστόσο να αντεπεξέλθει πολύ γρήγορα για να θέσει εαυτόν στη διάθεση του συγκροτήματος. Παρόλα αυτά οι σχέσεις του με την υπόλοιπη μπάντα δεν ήταν και οι καλύτερες , πράγμα που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της περιοδείας για τον επόμενο δίσκο, ταξίδευε ξεχωριστά.


Ένας επόμενος δίσκος, που τελικώς δεν βγήκε στα ράφια των δισκοπωλείων , βάσει του σχεδίου που είχαν οι Priest. Αυτό συνέβη γιατί η εταιρία (CBS) στάθηκε αρνητική , με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσει μόνο το album που περιείχε τα πιο μελωδικά κομμάτια του εγχειρήματος υπό τον γενικότερο τίτλο “Turbo” ,την άνοιξη του 1986. Παρά την επιτυχία (έγινε πλατινένιο), αρκετοί από τους fans δεν έμειναν καθόλου ικανοποιημένοι. Αιτία το γεγονός ότι ο δίσκος έτεινε προς το glam metal ,που ήταν εξαιρετικά δημοφιλές εκείνη την περίοδο, τόσο σε σχέση με το στιχουργικό του περιεχόμενο, όπου η glam θεματική ( έρωτες, πάρτι κ.λ.π) είχε τη μερίδα του λέοντος, όσο και σε ότι είχε να κάνει τη μουσική ,όπου κυριαρχούσε μια πιο «ραδιοφωνική» προσέγγιση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν και τραγούδια (π.χ. “Private Property”, “Parental Guidance”) που να φαίνονται «ξένα» σε σχέση με το ύφος του σχήματος.


H αλήθεια είναι ότι τις προαναφερθείσες επιλογές της μπάντας, πρέπει να τις δούμε και σε συνάρτηση με το ευρύτερο μουσικό περιβάλλον της εποχής. Αναφέρθηκε ήδη η τρομερά υψηλή δημοτικότητα που «απολάμβανε» το glam/sleaze metal εκείνη την περίοδο. Με επίκεντρο το Los Angeles, αλλά και τη Νέα Υόρκη σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, συγκροτήματα όπως οι Quiet Riot,Motley Crue, Ratt, Dokken, Bon Jovi δημιουργούσαν ένα ιδίωμα που αποτελούσε την κυρίαρχη τάση του σκληρού ήχου, επηρεάζοντας νέα αλλά και παλαιότερα συγκροτήματα που αποφάσιζαν να συμπλεύσουν με το ρεύμα της εποχής. Έτσι παρατηρήθηκε το φαινόμενο , μπάντες που προϋπήρχαν να ενσωματώνουν στον ήχο τους , στοιχεία που παρέπεμπαν στα σχήματα που αναφέρθηκαν, άλλες φορές επιτυχημένα και άλλες όχι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα να είναι οι Def Leppard. Ξεκινώντας από το Sheffield της Βρετανίας σαν ένα συγκρότημα του Νέου Κύματος του Βρετανικού Metal, γρήγορα μετάλλαξαν τη μουσική τους σε δίσκους όπως το “Pyromania” (1983) και το “Hysteria” (1987) , επιλέγοντας μια πιο εμπορική και μελωδική κατεύθυνση, που τους οδήγησε σε τεράστια παγκόσμια επιτυχία με πλατινένιους δίσκους στις Η.Π.Α. Αυτή η επιτυχία έγινε «οδηγός» και για άλλα σχήματα. Πιο συγκεκριμένα αρκετά βρετανικά σχήματα κατά την περίοδο 1984-1989, προσπάθησαν να κάνουν μια αντίστοιχη ηχητική «στροφή», προσεγγίζοντας μια τέτοια κατεύθυνση. Τέτοια παραδείγματα ήταν οι Whitesnake σε δίσκους όπως τα “1987” και “Slip Of The Tongue”(1989),αλλά και πλείστες μπάντες του N.W.O.B.H.M, όπως οι Saxon στα “Rock The Nations”(1986) και “Destiny”(1988), οι Raven (“The Pack Is Back”,1985) και οι Tygers Of Pan Tang ( "Burning In The Shade”,1987). Σε αυτά τα πλαίσια λοιπόν είναι ευκολότερο να κατανοήσει κανείς μια κυκλοφορία σαν το “Turbo”.


Ο έντονος σκεπτικισμός που είχε επικρατήσει μεταξύ των fans, πείσμωσε το συγκρότημα , που προσπάθησε να «απαντήσει» με τον τρόπο που το είχε κάνει μετά την κυκλοφορία του μόνου πιο μέτριου album μέχρι εκείνη την εποχή, του “Point Of Entry” (1981), όταν και παρουσίασε δύο πιο επιθετικούς και back-to-basics δίσκους, τα προαναφερθέντα “Screaming For Vengeance” και “Defenders Of The Faith”. Αυτή τη φορά, αποφάσισαν να συνδυάσουν το ύφος αυτών των δίσκων με το “Turbo”, έχοντας ως βάση και τραγούδια που έμειναν έξω από το τελευταίο.


Αυτό δεν ήταν το μόνο σημείο, στο οποίο φάνηκε η διάθεση της μπάντας για «επιστροφή στις ρίζες». Οι Priest επέλεξαν να ηχογραφήσουν και πάλι στα Sound Studios στην Ίμπιζα της Ισπανίας, εκεί δηλαδή όπου είχαν ηχογραφηθεί τα δύο συγκεκριμένα albums, ενώ επίσης «έγραψαν» και στα Puk Recording Studios ,στην Δανία. Στη θέση του παραγωγού βρισκόταν για ένα ακόμη δίσκο ο Tom Allom που δούλευε μαζί με το σχήμα από το 1979 και μετά. Αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο, ότι το συγκρότημα είχε ηχογραφήσει τρία κομμάτια με τους pop παραγωγούς Stock-Aitken-Waterman ( διάσημους για τη συνεργασία τους με τον Rick Astley και τους Bananarama) , τα οποία όμως δεν κυκλοφόρησαν ποτέ. Κάπου εκεί αποφασίστηκε και η «επαναφορά» του Allom. Ωστόσο τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα είχαν υπολογίσει. Ο drummer Dave Holland αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του, με αποτέλεσμα να μην είναι στην καλύτερη δυνατή κατάσταση εκείνη την εποχή. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ηχογραφήσει τα τύμπανα για το επερχόμενο LP , και να επιλεχθεί η χρήση ενός drum machine. Παρόλα αυτά η διαδικασία συνεχίστηκε και έτσι το album βγήκε στα ράφια των δισκοπωλείων το Μάιο του 1988 για να ξεκινήσει λίγο αργότερα η παγκόσμια περιοδεία. Το εξώφυλλο ήταν δημιουργία του Mark Wilkinson ( Marillion, Iron Maiden), που με τη σειρά του «εγκαινίασε» τη συνεργασία του με τη μπάντα.


Ο δίσκος ξεκινάει με το ομώνυμο τραγούδι και οι διαθέσεις γίνονται κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η σύνθεση εκκινεί με μια a capella κορώνα του Halford , και ακολούθως «μπαίνουν» και οι υπόλοιποι σε έναν speed metal ύμνο. Είναι σαφές ότι ήθελαν να γράψουν κάτι στο ύφος του “Freewheel Burning”(από το “Defenders Of The Faith”), μόνο που εδώ οι ταχύτητες ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο, ενώ οι κιθάρες των Tipton/Downing «πετάνε φωτιές» με εντυπωσιακά riffs, solos ,αλλά και μια τρομερή δισολία. Το υμνικό ρεφρέν κορυφώνει το κομμάτι, που αποτελεί ένα από τα καλύτερα του σχήματος στα 80s και λειτουργεί ως προπομπός του “Painkiller”. Συνέχεια με το “Heavy Metal”. Στιχουργικά το συγκρότημα υμνεί το είδος που υπηρετεί, ενώ μουσικά το κομμάτι είναι λίγο πιο αργό, με εναλλαγές , σαν να προσπαθήσει να «ισορροπήσει» ανάμεσα στη λογική του “Turbo” και στη νέα, πιο επιθετική κατεύθυνση. Εντυπωσιακό και το solo του Tipton στην εισαγωγή. Το drum machine εδώ γίνεται λίγο περισσότερο εμφανές σε σχέση με το πρώτο κομμάτι. Πάντως γενικότερα σε όλο το δίσκο δεν ενοχλεί ιδιαίτερα.


Ακολουθούν τα “Love Zone” και “Come And Get It”. To πρώτο χαρακτηρίζεται από το ιδιαίτερο drum-beat του. O Halford τραγουδά ψηλά, τα riffs μοιάζουν επηρεασμένα από αυτά του “Back In Black” των AC/DC, αλλά προσαρμοσμένα στο ύφος της μπάντας. Ωστόσο το ρεφρέν είναι μέτριο και δεν δίνει το κάτι παραπάνω στη σύνθεση. Το δεύτερο ,από την άλλη , είναι πιο κοινότυπο και συνεχίζει από εκεί που έμεινε το “Turbo”. Το κομμάτι μοιάζει βγαλμένο από δίσκο των Ratt, Motley Crue η των Kiss (των 80s) ,και γενικότερα αποπνέει έναν L.A. «αέρα». Η πρώτη πλευρά «κλείνει» με το “Hard As Iron”.Αλλαγή σκηνικού, σε μια σύνθεση που θα μπορούσε να βρίσκεται στο “Painkiller”. «Καλπάζον», ταχύτατο, με εξοντωτικές δίκασες , τρομερά solos και «ηρωικά» ρεφρέν. Ουσιαστικά αποτέλεσε τη βάση για τον ύμνο “Leather Rebel”. O Halford και εδώ αποδίδει τα μέγιστα. Γενικότερα ο frontman των Priest , «καθαρός» πλέον, δείχνει να βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα αυτή την περίοδο, κάτι στο οποίο συνηγορούν και τα υπόλοιπα μέλη σε δηλώσεις που έχουν κάνει κατά καιρούς.


Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “Blood Red Skies”,ίσως το πιο γνωστό κομμάτι του LP. Το ξεκίνημα του είναι ατμοσφαιρικό, για να ακολουθήσουν τα πρώτα ακόρντα. Η φωνητική ερμηνεία είναι η καλύτερη του δίσκου. Στη συνέχεια μπαίνουν τα τύμπανα με μπόλικο groove και τις κιθάρες σε αντίστοιχο ύφος. Οι μελωδίες και οι όμορφοι στίχοι «απογειώνουν» τη σύνθεση, που εξελίσσεται σε έπος, παρότι είναι αρκετά ασυνήθιστο για τα δεδομένα του σχήματος. Συνέχεια με το “I’m A Rocker”. Θυμίζει τη λογική του “Love Zone”, αλλά και των συνθέσεων του “Turbo”,έχοντας κάτι από το groove του “Blood Red Skies’’. Ξεχωρίζει σε μεγάλο βαθμό για τα πολύ όμορφα solos. Ακολουθεί η διασκευή στο “Johnny B. Goode” του πρόσφατα θανόντος Chuck Berry (R.I.P). Oι Judas Priest συνήθιζαν να διασκευάζουν ολότελα διαφορετικά από το ύφος τους (π.χ “Diamonds And Rust”-Joan Baez) και να τα φέρνουν στα «μέτρα» τους. Αυτό κάνουν και εδώ όπου μετατρέπουν το κλασικό rock’n’roll κομμάτι των 50s σε 80s metal ύμνο. Mία διασκευή που δίχασε αρκετά, αλλά είναι άκρως επιτυχημένη.


Ο δίσκος τελειώνει με τα “Love You To Death” και “Monsters Of Rock”. To πρώτο είναι ικανοποιητικό. Με ερωτική θεματολογία , έχει έναν ιδιαίτερο catchy ρυθμό και χωρίς να είναι από τις καλύτερες στιγμές του σχήματος , έχει εξαιρετική κιθαριστική δουλειά που κάνει τη διαφορά. Όσον αφορά το δεύτερο είναι προφανές ότι το συγκρότημα θέλησε ένα κομμάτι που θα κλείνει το album με τον τρόπο που ολοκλήρωναν το “Defenders Of The Faith” το medley του “Heavy Duty” με την ομώνυμη σύνθεση. Αργό, σχεδόν doom με «θεατρικά» φωνητικά από τον Halford. Οι κιθάρες είναι και εδώ εξαιρετικές, σε ένα τραγούδι που θα θυμίσει μέχρι και Manowar!


To album σημείωσε μικρότερες πωλήσεις από τους προκατόχους του, παρότι έγινε χρυσό σε Η.Π.Α και Καναδά. Η περιοδεία που ακολούθησε με τίτλο “Mercenaries Of Metal Tour”, σημείωσε επιτυχία με τη μπάντα να βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα (τα bootleg της εποχής το αποδεικνύουν). Τα παραπάνω δεδομένα οδήγησαν τους Priest να «εγκαταλείψουν» οριστικά την προσπάθεια εκείνης της τετραετίας, για να ακουστούν πιο εμπορικοί, αποφασίζοντας να γράψουν πιο επιθετική μουσική στον επόμενο δίσκο. Απόφαση που μέσω του “Painkiller”, δικαιώθηκε απόλυτα.


Με το πέρασμα του χρόνου, το “Ram It Down” παρέμεινε στη «σκιά», άλλων δίσκων του συγκροτήματος. Εντούτοις και παρά τις αδύναμες στιγμές, αλλά και τον μη ξεκάθαρο προσανατολισμό του, περιέχει ορισμένα εξαιρετικά τραγούδια και αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή στη δισκογραφία του βρετανικού metal μεγαθηρίου.



Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page