top of page

CONTROVERSIAL ALBUMS PART 4:

  • Apr 13, 2017
  • 8 min read

Deep Purple-"Come Taste The Band" (Purple/Warner, 1975)

Στους κύκλους των οπαδών της rock μουσικής, αλλά και των εντύπων που ασχολούνται με αυτή, γίνεται κατά καιρούς συζήτηση για τα «αμφιλεγόμενα» albums μεγάλων συγκροτημάτων. Συχνά υπάρχει διαφωνία για το πώς ορίζεται κάτι τέτοιο, πράγμα απολύτως λογικό, αφού στο κάτω-κάτω αυτά είναι και ζητήματα προσωπικού γούστου.


Παρόλα αυτά αρκετές φορές επικρατεί η άποψη ότι αμφιλεγόμενος θα πρέπει να θεωρείται εκείνος ο δίσκος στον οποίο το εκάστοτε σχήμα επέλεξε να πειραματιστεί ή ακόμη και να αλλάξει μουσικό ύφος. Στην Ιστορία της μουσικής υφίστανται πλείστα παραδείγματα , συγκροτημάτων που επιχείρησαν κάτι τέτοιο, σε κυκλοφορίες που όπως ήταν αναμενόμενο, δίχασαν κοινό και κριτικούς. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να θεωρείται έως και αναμενόμενο, καθώς η αλλαγή και ο πειραματισμός πάντοτε ελλοχεύουν το στοιχείο της έκπληξης , καθώς φέρνουν τον –στη συγκεκριμένη περίπτωση- ακροατή «αντιμέτωπο» με κάτι πολλές φορές απροσδόκητο. Από την άλλη μεριά υφίστανται και αυτοί που πιστεύουν ότι ο όρος αμφιλεγόμενος θα πρέπει να χρησιμοποιείται για δίσκους που δεν ανήκουν στις «κορυφές» ενός συγκροτήματος, ασχέτως του ύφους που κινούνται. Με άλλα λόγια , πρέπει να κρίνονται από την ποιότητα τους και μόνο.


Ωστόσο υπήρξαν και αρκετά παραδείγματα σχημάτων που άλλαξαν τον ήχο τους με απόλυτη επιτυχία , προσελκύοντας νέους οπαδούς και κρατώντας τους παλιούς. Εντούτοις αυτά τα παραδείγματα δεν αποτελούν την πλειοψηφία. Σε αυτό το σημείο , σημαντικότατο ρόλο παίζει και το κατά πόσο το εκάστοτε σχήμα έχει «συνηθίσει» τους οπαδούς του στις εκπλήξεις, η αλλιώς το κατά πόσο πειραματίζεται με τον ήχο του.


Ιδιαίτερα στην ιστορία του hard rock και του heavy metal, υφίσταται και μία ακόμη παράμετρος στα παραπάνω. Η παράμετρος αυτή , έχει να κάνει, με το γεγονός ότι η σκληρή μουσική που έπαιζαν όσα συγκροτήματα , τοποθετούσαν εαυτούς σε αυτά τα είδη, ναι μεν πρόσφερε γόνιμο έδαφος για ποικίλους ηχητικούς πειραματισμούς, ωστόσο υπήρχε πάντα ζήτημα με το κατά πόσο τέτοιοι πειραματισμοί «αλλοίωναν» το χαρακτήρα των συγκροτημάτων αυτών. Για να το πούμε πιο απλά, αρκετές φορές ακούγεται ότι το χ σχήμα δεν παίζει πια «τόσο σκληρά όσο παλιά» και ότι «ξεπουλήθηκε». Αυτού του είδους οι συζητήσεις δεν είναι κάτι που προέκυψε ξαφνικά, αντιθέτως μπορεί να τις εντοπίσει κανείς από τη «γέννηση» αυτής της μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές αυτής του ΄70.


Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, ερχόμαστε στην περίπτωση του δίσκου που θα παρουσιαστεί αυτή την εβδομάδα, του “Come Taste The Band” των Deep Purple. Tο εν λόγω album απέκτησε τον χαρακτηρισμό του «αμφιλεγόμενου», κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το βρετανικό μεγαθήριο του σκληρού ήχου , παρουσιάζεται πολύ διαφορετικό σε σχέση με τις κυκλοφορίες που το καθιέρωσαν στις συνειδήσεις των μουσικόφιλων πίσω στα 70s.Εντούτοις το σχήμα δεν ήταν «ξένο» προς τον πειραματισμό, ενώ και η εδώ ηχητική αλλαγή προέκυψε σταδιακά.


Κάνοντας μία συντομότατη αναδρομή, θα αναφέρουμε ότι το ευθυτενές hard’n’heavy rock που χαρακτήρισε αριστουργήματα όπως τα “In Rock”(1970), “Fireball”(1971),”Machine Head”(1972) και τοποθέτησε τους Deep Purple ανάμεσα στους ηγέτες της σκληρής μουσικής, συνιστούσε ήδη μία αλλαγή σε σχέση με τις πρώιμες ημέρες (1967-1969). Τότε, με την αποκαλούμενη MK.I σύνθεση, που περιελάμβανε τον τραγουδιστή Rod Evans (β λ. το κείμενο για τους Captain Beyond), κινούνταν σε ένα ψυχεδελικό rock ύφος.


Παρόλα αυτά , χάρη στην μουσική κατεύθυνση που είχαν υιοθετήσει, θεωρούνταν ένα από τα μεγαλύτερα σχήματα της rock σκηνής, γύρω στο 1973. Εντούτοις , στο εσωτερικό της μπάντας , τα πράγματα μόνο ρόδινα δεν ήταν. Πιο συγκεκριμένα οι έριδες είχαν φτάσει στο απροχώρητο, σε ένα συγκρότημα, που πάντοτε χαρακτηριζόταν από αυτές. Οι αφορμές ήταν πολλές, ωστόσο η ουσία είχε να κάνει με την συνύπαρξη σπουδαίων μουσικών, που ήταν απόλυτα προσηλωμένοι στο μουσικό τους όραμα, αρνούμενοι να βάλουν «νερό στο κρασί τους». Έτσι η αποχώρηση του τραγουδιστή Ian Gillan και του μπασίστα Roger Glover το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, δημιούργησαν ένα σοκ στο συγκρότημα ( ο θρυλικός κιμπορντίστας Jon Lord έχει δηλώσει πως αν έμεναν μαζί, θα μπορούσαν να δώσουν ακόμη περισσότερα τα επόμενα χρόνια).


Οι Purple ωστόσο μπόρεσαν να συνέλθουν από αυτό, θέτοντας εαυτούς σε τροχιά ανασύνταξης. Αρχικώς αυτό σήμανε ,όπως ήταν λογικό, την αναζήτηση αντικαταστατών για τις δύο αυτές θέσεις. Το εγχείρημα όσον αφορά το νέο μπασίστα αποδείχτηκε πιο εύκολο, με τον Glenn Hughes των Trapeze, να καταλαμβάνει τη θέση. Πέρα από τη φοβερή τεχνική του, ο εν λόγω μουσικός ήταν και τραγουδιστής , διαθέτοντας μάλιστα τρομερή φωνή (επηρεασμένη σφόδρα από soul και blues), τόσο ώστε αργότερα να χαρακτηριστεί από τον Τύπο ως “The Voice Of Rock”.Αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο, ότι μέλη των Trapeze ήταν ακόμη ο Mel Galley ( μετέπειτα Whitesnake) και ο Dave Holland( αργότερα στους Judas Priest). Το συγκρότημα ήθελε ακόμη και νέο front man. Η πρώτη σκέψη αφορούσε τη συνεργασία με τη θρυλική φωνή των Free , τον Paul Rodgers. Κάτι τέτοιο δεν πήρε σάρκα και οστά, καθώς ο τελευταίος είχε στα σκαριά το νέο του σχήμα, τους Bad Company. Τελικώς μέσα από αρκετούς υποψηφίους επιλέχθηκε ο άγνωστος τότε Dave Coverdale, ένας ερασιτέχνης τραγουδιστής από τη βορειοανατολική Αγγλία, που μέχρι τότε έβγαζε τα προς το ζην ως πωλητής ρούχων!


Εντυπωσιάζοντας στις οντισιόν, πήρε τη θέση και γρήγορα μπήκε με τους υπόλοιπους για ηχογράφηση. Το αποτέλεσμα ήταν το κλασικό album”Burn”(1974), που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές , για να ακολουθήσει μία επιτυχημένη περιοδεία, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η εμφάνιση στο «μυθικό» California Jam της ίδιας χρονιάς, μπροστά σε 250.000 κόσμο. O δίσκος αυτός εμφάνιζε διαφοροποιήσεις σε σχέση με το παρελθόν, καθώς είχε πολύ έντονες επιρροές από soul και funk μουσική. Τα συγκεκριμένα ακούσματα ήταν πολύ αγαπητά στα νέο εισελθόντα μέλη, που με τη σειρά τους , προσπάθησαν και αυτά να δώσουν στη μπάντα τη δική τους «πινελιά». Το 1974 ήταν σημαδιακό για τους Purple που παρουσίασαν ακόμη το “Stormbringer”. Το album αυτό συνέχιζε από εκεί που είχε μείνει ο προκάτοχος του, εξελίσσοντας ακόμη περισσότερο αυτή τη μουσική κατεύθυνση. Το τελευταίο δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα τον Ritchie Blackmore. Ο χαρισματικός κιθαρίστας, δεν υπήρξε ποτέ οπαδός της funk/soul (είχε κάνει μάλιστα και την περίφημη δήλωση «Δεν μου αρέσει να παίζω λουστρινί μουσική»! ) και προτιμούσε να εξερευνήσει ένα πιο νεοκλασικό ύφος, όντας ακροατής της αναγεννησιακής μουσικής. Ταυτόχρονα , μετά από τις κοινές περιοδείες που είχαν πραγματοποιηθεί με τους Νεοϋορκέζους Elf, είχε εντυπωσιαστεί με τον τραγουδιστή τους, Ronnie James Dio , καλοβλέποντας μία ενδεχόμενη συνεργασία.


Το σχέδιο αυτό έμελλε να πάρει σάρκα και οστά το 1975 με τη δημιουργία των Rainbow, στο πρώτο album των οποίων συμμετείχαν και τα υπόλοιπα μέλη των Elf ,πλην του κιθαρίστα Steve Edwards.Κάπου εκεί ήταν που ο Blackmore αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τους Deep Purple. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να συνεχίσουν ως σχήμα, προσλαμβάνοντας αντικαταστάτη. Ωστόσο η αναπλήρωση ενός τέτοιου κιθαρίστα μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν. Ο Clem Clempson(Colosseum, Humble Pie), ο Zal Cleminson (The Sensational Alex Harvey Band), ο Mick Ronson (David Bowie & The Spiders From Mars) και ο θρυλικός Rory Gallagher ήταν ανάμεσα στους υποψήφιους.


Ο «μύθος» μάλιστα λέει, ότι η μπάντα επιθυμούσε διακαώς τον τελευταίο, που όμως ήταν αρνητικός στο ενδεχόμενο προσχώρησης του στο συγκρότημα. Έτσι έγινε η επιλογή του Αμερικανού Tommy Bolin. Εξαιρετικός κιθαρίστας, γνωστός από τη συνεργασία του με τον τιτάνιο drummer Billy Cobham στο αριστουργηματικό “Stratus”, τους James Gang αλλά και τον jazz/fusion καλλιτέχνη Alphonse Mouzon. Το γεγονός ότι κινείτο μουσικά σε άλλο ύφος σε σχέση με τον προκάτοχο του, δεν προβλημάτισε το σχήμα , αφού είχε εντυπωσιάσει στις οντισιόν, στις οποίες και είχε παραστεί μετά από παρότρυνση του Coverdale, ενώ είχε προταθεί στο συγκρότημα και από την ίδιο τον Blackmore!


Χωρίς περαιτέρω χρονοτριβή, η μπάντα μπήκε για ηχογράφηση, στα θρυλικά Musicland Studios, στο Μόναχο της τότε Δυτικής Γερμανίας. Το συγκεκριμένο μέρος άνηκε στον περίφημο Ιταλό συνθέτη και παραγωγό Giorgio Morroder,που είναι πασίγνωστος για τη συνεργασία με πλειάδα disco καλλιτεχνών, αλλά και τη σύνθεση κινηματογραφικών soundtracks για ταινίες όπως «Το Εξπρές του Μεσονυκτίου», που τιμήθηκε με Όσκαρ. Στη θέση του παραγωγού, για άλλη μία φορά,βρέθηκε ο Martin Birch (Fleetwood Mac, Whitesnake, Black Sabbath, Blue Oyster Cult, Iron Maiden μεταξύ άλλων), που εδώ παραδίδει μία από τις καλύτερες δουλειές του.


Ο δίσκος (που τελικώς κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1975) ξεκινάει με το ”Comin' Home” , μία σύνθεση που με ένα τρόπο «προλογίζει» το μέλλον του Coverdale με τους Whitesnake.Εκκινεί με πιο ¨ψυχεδελική» εκδοχή της εισαγωγής του “Speed King” για να ακολουθήσει το βασικό riff σε up-tempo ρυθμούς, χωρίς όμως τη «βαρύτητα» προηγούμενων δίσκων. Η ερμηνεία του Coverdale είναι εξαιρετική. Γενικότερα ο τραγουδιστής σε όλο το δίσκο, βρίσκεται σε τρομερή φόρμα, παραδίδοντας ίσως την καλύτερη δουλειά του με τη μπάντα. Το ίδιο ισχύει κι για τον Bolin που κάνει τρομερά πράγματα στις κιθάρες. Την παράσταση όμως γενικότερα κλέβει το rhythm section. Ιδιαιτέρως στιβαρό, υπηρετεί στο έπακρο τη νέα κατεύθυνση. Ακολουθεί το “Lady Luck”. Mε τρομερό groove, μικρό σε διάρκεια καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη και στα εξαιρετικά πλήκτρα του Jon Lord.Συνέχεια με το “Gettin' Tighter”. Ιδιαίτερα «μαγκίορικο» μπάσιμο , ισορροπεί μεταξύ hard rock και funk, με τους Hughes/Paice να αποδίδουν τα μέγιστα, ενώ ο πρώτος δίνει και ακόμη πιο ιδιαίτερο χρώμα με τη φωνάρα του.


Το “Dealer” είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι που θα μπορούσε και στα δύο προηγούμενα albums της μπάντας, Με εξαιρετικά riffs και solos από τον Bolin,αποτελεί μία από τις δυνατές στιγμές του δίσκου, καθώς από τη μία συνεχίζει από εκεί που «έμειναν» τα προηγούμενα τραγούδια και από την άλλη αποτελεί μία σύνδεση με το παρελθόν. Κάτι παρόμοιο μπορούσε να ισχυριστούμε και για το “I Need Love” που έπεται. Ξεχωρίζει κυρίως χάρη στην παθιασμένη και δυναμική ερμηνεία του Coverdale. Και αυτό αποτελεί «προπομπό» των Whitesnake.


Η δεύτερη πλευρά του βινυλίου εκκινεί με το “Drifter”. Groovy hard rock στα καλύτερα του, με στίχους που μπορούν να χαρακτηριστούν έως και αυτοβιογραφικοί. Το παίξιμο του Bolin και εδώ είναι συγκλονιστικό. Γενικότερα το τελευταίο μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζονται οι συγκεκριμένες συνθέσεις. Το “Love Child” είναι από τα καλύτερα κομμάτια αυτής της εποχής των Deep Purple,ξεδιπλώνει μέσα σε μόλις 3 λεπτά τις αρετές του σχήματος, ενώ και εδώ πρέπει να γίνει μνεία στα πλήκτρα που δίνουν ακόμη περισσοτέρους «πόντους» στη σύνθεση, ενώ πρωταγωνιστούν και στο επόμενο, το “This Time Around/Owed to 'G' “. Το πιο διαφορετικό τραγούδι του album. Εκκινεί με πλήκτρα σε χαμηλούς τόνους με φοβερές ερμηνείες από το φωνητικό δίδυμο. Το πρώτο μέρος θυμίζει μέχρι και πρώιμους Queen. Ακολουθεί ένα σχεδόν prog σημείο , που απλά είναι εξαιρετικό. Το τέλος του LP έρχεται με το “You Keep On Moving”, πιθανόν το καλύτερο κομμάτι εδώ. Αποτελεί κάτι σαν το «διάδοχο» του έπους ”Sail Away”( από το “Burn”). Εκπληκτικές φωνητικές αρμονίες, πλήκτρα και κιθάρες με «νοσταλγικό» χρώμα στο παίξιμο τους και ακόμη εξαίσιο rhythm section.Χωρίς υπερβολή αποτελεί ένα από τα καλύτερα κομμάτια στη Ιστορία του συγκροτήματος συνολικά.


Ωστόσο ο δίσκος δεν μπόρεσε να γνωρίσει την επιτυχία που ανέμεναν όλοι. Οι οπαδοί και ο τύπος διχάστηκαν , καθώς αρκετοί εξ αυτών θεώρησαν ότι το σχήμα «μαλάκωσε» τον ήχο του και το απέρριψαν. Από την άλλη και η περιοδεία αντιμετώπισε προβλήματα, αφού τα «σημάδια» των καταχρήσεων γίνονταν όλο και περισσότερο εμφανή, ιδιαίτερα στους Hughes και Bolin.


Τα παραπάνω τελικώς οδήγησαν στη διάλυση το καλοκαίρι του 1976 , μετά από συναυλία στο Λίβερπουλ της Αγγλίας. Λίγους μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο, ο χαρισματικός κιθαρίστας βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση ηρωίνης και βαρβιτουρικών, σε ηλικία μόλις 25 ετών.


Με αυτό τον τραγικό τρόπο έκλεισε το συγκεκριμένο κεφάλαιο των Deep Purple. ‘Ένα κεφάλαιο του οποίου , το “Come Taste The Band” αποτελεί ένα από τα πλέον άρτια δείγματα του. Η συγκεκριμένη σύνθεση του σχήματος , δεν είχε συνέχεια και κάνεις δεν μπορεί να ξέρει τι θα μπορούσε να παρουσιάσει αργότερα. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω εδώ μπήκαν οι βάσεις ώστε ο Coverdale να ξεκινήσει solo καριέρα αρχικά και να σχηματίσει τους Whitesnake το 1978. Σε κάθε περίπτωση το album έμεινε στην Ιστορία ως ένα από τους πλέον «διαφορετικά» στην δισκογραφία του σχήματος, παραμένοντας εξαιρετικά παραγνωρισμένο.


Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page