CONTROVERSIAL ALBUMS PART 5:
- Apr 26, 2017
- 7 min read

Metallica- ''Load" (Elektra/Vertigo, 1996)
Μιλώντας για «αμφιλεγόμενους» δίσκους, η κυκλοφορία που έρχεται στο μυαλό αρκετών φίλων του σκληρού ήχου, δεν είναι άλλη από το album που θα αναφερθούμε αυτή την εβδομάδα, το “Load” των Metallica. Ακούστηκαν πάρα πολλά κατά την κυκλοφορία του, οι οπαδοί διχάστηκαν , ενώ σήμερα, 21 χρόνια μετά, χαίρει ευρύτατης αποδοχής, παρά την ύπαρξη αμφισβητιών. Είναι πάντως αλήθεια, ότι είναι μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, οι δίσκοι που αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης σε τόσο μεγάλο βαθμό. Κάτι που είχε να κάνει τόσο με το status της μπάντας από το San Francisco, όσο και με τη μουσική κατεύθυνση του “Load”.
Αρκετοί υποστηρίζουν , ότι ο εδώ παρουσιαζόμενος δίσκος αποτέλεσε μία έκπληξη για τους οπαδούς και ήταν «πρωτοφανής» για τα δεδομένα του συγκροτήματος. Η πραγματικότητα είναι ότι το παραπάνω συμπέρασμα δεν ισχύει απόλυτα.
Πιο συγκεκριμένα τα 90s ήταν μια ιδιάζουσα περίοδος γενικά για το metal, όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενα άρθρα του blog. Για τους Metallica συγκεκριμένα, είχε περαιτέρω ιδιαιτερότητες. Πρώτα από όλα το σχήμα βρέθηκε να γνωρίζει τεράστια επιτυχία με την κυκλοφορία του “Metallica”(a.k.a “Black Album”) το 1991, το οποίο βρέθηκε στο Νο1 σε αρκετές χώρες του πλανήτη, ενώ μέχρι σήμερα έχει γίνει 16 φορές πλατινένιο(!!!), μόνο στις Η.Π.Α. Ακολούθησε μία κολοσσιαία παγκόσμια περιοδεία που διήρκεσε 2 χρόνια. Από εκείνη τη στιγμή , το συγκρότημα αποφάσισε να αντιμετωπίσει διαφορετικά κάποια πράγματα. Μία από αυτές τις αποφάσεις, αφορούσε την ηχογράφηση και την κυκλοφορία νέου υλικού, που πλέον θα γίνεται με αρκετά πιο αργούς ρυθμούς. Απόφαση που χαρακτηρίζει τη μπάντα έως και σήμερα.
Εντούτοις υπήρξε και ένα κομμάτι κόσμου που δεν είδε με καλό μάτι τα παραπάνω. Αιτία ήταν η εγκατάλειψη του thrash ύφους , που χαρακτήρισε τα αριστουργήματα των Metallica στα 80s,προς μια πιο κλασική metal κατεύθυνση, με αρκετές hard rock επιρροές. Δίπλα σε αυτό , υπήρχε και το γεγονός ότι εξαιτίας των πιο «ήπιων» στιγμών του “Black Album” (“The Unforgiven”, “Nothing Else Matters”), ο δίσκος κατάφερε να «επιβληθεί» στο αμερικάνικο(και όχι μόνο) ραδιόφωνο, ενώ το συγκρότημα είχε αρχίσει να αποκτά ένα νέο πολυπληθές κοινό, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν είχε επίγνωση του παρελθόντος τους. Όλα αυτά δημιούργησαν τη δυσφορία των «παραδοσιακών» οπαδών.
Ένας άλλος παράγοντας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο, ήταν το ευρύτερο κλίμα που υπήρχε μουσικά , εκείνη την εποχή. Έχει αναφερθεί και πρωτύτερα ότι στα 90s , σε ένα μεγάλο κομμάτι του μουσικού Τύπου , επικράτησε η άποψη που ήθελε το metal «τελειωμένο». Κάτι τέτοιο φυσικά , ουδέποτε συνέβη, καθώς εξακολουθούσαν να βγαίνουν εξαιρετικές νέες μπάντες και δίσκοι- αριστουργήματα. Όμως η αλήθεια είναι ότι με την άνοδο του grunge, το metal λειτουργούσε σε πιο μικρή –εμπορικά –κλίμακα. Αρκετές πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρίες, έλυσαν τα συμβόλαια τα συγκροτημάτων που κινούνταν σε αυτό το ύφος, με την πλειοψηφία των νέων κυκλοφοριών να διατίθεται πλέον μέσω των ανεξάρτητων labels.
Ένα άλλο απότοκο αυτής της αλλαγής , ήταν το γεγονός ότι αρκετές μπάντες της δεκαετίας του 80 προσπάθησαν να πειραματιστούν, αλλάζοντας τον ήχο τους. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τα περισσότερα μεγαθήρια του thrash ( Megadeth, Sepultura, Testament, Anthrax, Exodus, Kreator , ακόμη και οι Slayer στο “Diabolous In Musica”). Κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν και το “Black Album” . Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι σε εκείνο το δίσκο, επιστρατεύθηκε για τη θέση του παραγωγού ο Bob Rock (Motley Crue, Bon Jovi, The Cult), που έμελλε να εξελιχθεί σε μόνιμο συνεργάτη του σχήματος μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Ωστόσο το επόμενο βήμα αποτελούσε ένα αίνιγμα για τους πάντες εκείνη την εποχή, με τις συζητήσεις να ανοίγουν όταν η μπάντα αποφάσισε να μπει στα The Plant Studios της California το 1995, ξεκινώντας μία διαδικασία ηχογράφησης που θα διαρκούσε σχεδόν 1(!) χρόνο. Σε αυτό το χρονικό διάστημα το συγκρότημα ετοίμασε σχεδόν 30 κομμάτια. Αρχικά το πλάνο αφορούσε μία κυκλοφορία διπλού δίσκου, κάτι που αργότερα απορρίφθηκε από τη δισκογραφική εταιρία. Έτσι αποφασίστηκε οι δύο δίσκοι να βγουν στην αγορά ξεχωριστά.
O πρώτος εκ των δύο, με τίτλο “Load” κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1996, σχεδόν 5 χρόνια μετά το τελευταίο πόνημα της μπάντας. Τα χρόνια της αναμονής ήταν πολλά (εκείνη την εποχή δεν ήταν συνηθισμένη μια τόσο εκτενής απουσία από τη δισκογραφία), με αποτέλεσμα οι πάντες να αδημονούν. H παραγωγή είχε γίνει και πάλι από τον Bob Rock, ενώ εντύπωση προκάλεσε το εξώφυλλο. Απεικόνιζε ένα έργο του φωτογράφου και εικαστικού Andres Serrano, τα έργα του οποίου εντυπωσίασαν τον κιθαρίστα Kirk Hammett, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε μία γκαλερί του. Αντιδράσεις ακόμη ξεσήκωσε η αλλαγή του logo του σχήματος. Οι εκπλήξεις συνεχιζόντουσαν στο εσώφυλλο με τα μέλη του συγκροτήματος να φωτογραφίζονται με κοντά μαλλιά . Κάτι τέτοιο δεν ήταν συνηθισμένο τότε , με αποτέλεσμα να ανοίξει , ιδιαίτερα σε κάποιες χώρες( η Ελλάδα ήταν μία από αυτές), μια ολόκληρη κουβέντα περί «ξεπουλήματος”. Ευτυχώς, με την πάροδο των ετών, οι φίλοι του σκληρού ήχου έμαθαν να ασχολούνται με πιο σημαντικά πράγματα από τις τρίχες.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το album «σόκαρε» τους οπαδούς με την μουσική του προσέγγιση. Οι Metallica διατηρούσαν στοιχεία από το “Black Album”, προσαρμόζοντας τα στον ήχο της περιόδου. Αρκετοί μίλησαν για δίσκο που «κόπιαρε» το grunge. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, παρά το γεγονός ότι όντως υπήρχαν επιρροές από σχήματα όπως οι Alice In Chains (Οι οποίοι βέβαια αποτελούσαν ένα ξεκάθαρο heavy/ hard rock group που αν έβγαινε σήμερα, ενδεχομένως και να έμπαινε κάτω από την ασαφή ταμπέλα “stoner”). Η μεγάλη διαφοροποίηση , πάντως , ήταν ότι το συγκρότημα επέλεξε να εντρυφήσει στον μουσικό πλούτο της δεκαετίας του 1970, δίνοντας στον ήχο του μια διαφορετική τροπή. Το album περιείχε 14 τραγούδια που ήταν γραμμένα από τους Hetfield/Ulrich, με τον Kirk Hammett να συμμετέχει και αυτός, συνθετικά στα 7 εξ αυτών, αφήνοντας όμως το εμφανές αποτύπωμα του. Ο χαρισματικός κιθαρίστας δοκίμασε νέα πράγματα, δίνοντας χώρο σε blues τεχνικές , και γενικεύοντας τη χρήση του wah-wah. Από την άλλη, ο μπασίστας Jason Newsted δεν έγραψε κάτι, ενώ ήταν κοινό μυστικό ότι δεν συμφωνούσε με τη νέα ηχητική κατεύθυνση. Παρόλα αυτά οι μπασογραμμές του είναι χαρακτηριστικότατες.
Ο δίσκος ξεκινάει με το “Ain’t My Bitch”. Κομμάτι που επιδεικνύει, «με το καλημέρα», το βασικό γνώρισμα του “Load”. «Πελώριο» groove. To κομμάτι rock-άρει ανελέητα, με όμορφα κοφτά riffs και «μαγκιόρικη» ερμηνεία από τον Hetfield. Εντύπωση κάνουν και οι στίχοι καθώς τα κοινωνικά θέματα που χαρακτήριζαν τα albums των 80s, έχουν δώσει τη θέση τους σε περιγραφές προσωπικών καταστάσεων , ενώ σε άλλα κομμάτια υπάρχουν έντονα αυτό-βιογραφικά στοιχεία. Συνέχεια με το “2x4” . Το groove και εδώ δίνει και παίρνει , σε πιο mid-tempo ταχύτητες αυτή τη φορά. Τα solos του Hammett , είναι βασισμένα στη χρήση του wah-wah, σε ένα κομμάτι , με έντονο southern rock «αέρα».
Σειρά παίρνει το “The House That Jack Built”.Mεγαλύτερο σε διάρκεια ,με τιτάνια heavy riffs, μελαγχολικό, με πολύ ωραία ερμηνεία από τον Hetfield, που βρίθει συναισθήματος. Στο solo ο Hammett χρησιμοποιεί talk box, που ταιριάζει εντυπωσιακά με την ατμόσφαιρα του τραγουδιού. Σίγουρα επηρεασμένο από Alice In Chains, αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου.
Ακολουθεί το “Until It Sleeps”. Mία από τις στιγμές που οι Metallica «φλέρταραν», περισσότερο από ποτέ, με πιο «εναλλακτικές» μορφές του rock. Εντούτοις , τα όμορφα riffs, και κυρίως η τρομερή ερμηνεία του Hetfield (αναμενόμενα «εύθραυστή», καθώς αναφέρεται στην εκλιπούσα μητέρα του), αλλά και τα έξυπνα leads το «απογειώνουν». Το κομμάτι απέκτησε και ένα χαρακτηριστικότατο video-clip, που ήταν αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή, εμπνευσμένο από την αισθητική του Hieronymus Bosch.Το “King Nothing” που έπεται , μπορεί να περιγραφεί ως μία “Black Album” meets 70s hard rock σύνθεση. Η διάχυτη ειρωνεία στο refrain, αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του τραγουδιού. Αποτελεί και αυτό μία εξαιρετική στιγμή. Συνέχεια με το "Hero Of The Day". Ένα ακόμη κομμάτι με έντονο «χρώμα» από τη δεκαετία του 70, και εμφανέστατες Lynyrd Skynyrd επιρροές, Ξεκινάει αρκετά ήπια και «ταξιδιάρικα», για να κορυφωθεί με ένα «ξέσπασμα» στο τέλος. Με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μία αρκετά αμφιλεγόμενη σύνθεση με αρκετούς φίλους , αλλά και πολέμιους, που τη θεωρούν «λίγη» για τα δεδομένα του σχήματος.
Το “Bleeding Me” από την άλλη, διάρκειας 8μιση λεπτών, είναι ένα έπος. Πιθανότατα η καλύτερη στιγμή, όχι μόνο του δίσκου, αλλά και αυτής της περιόδου του συγκροτήματος. Αργό , ατμοσφαιρικό με southern (και εδώ ) επιρροές και τρομερά riffs που παραπέμπουν στους Black Sabbath. Οι στίχοι είναι προσωπικοί , με τον Hetfield να πραγματεύεται τη μάχη ενάντια στην εξάρτηση (αλκοόλ), σε μια συγκλονιστική ερμηνεία.
Αντιθέτως τα “Cure” και “Poor Twisted Me”, χωρίς να είναι άσχημες συνθέσεις, δεν φτάνουν στα ίδια επίπεδα , παρά την πλειάδα ενδιαφέροντών κιθαριστικών μερών, που στην περίπτωση του πρώτου , μπορεί να θυμίσουν μέχρι και AC/DC!.Το “Wasting My Hate” είναι από τα πιο επιθετικά κομμάτια του δίσκου , κινούμενο σε σχετικά up-tempo ρυθμούς, δίνοντας μια διαφορετική χροιά σε σχέση με τις 4 προηγούμενες συνθέσεις. Η εισαγωγή του είναι εντελώς 70s, όμως η ανάπτυξη και τα riffs του παραπέμπουν ευθέως στο “Black Album”.
Η σχέση του James Hetfield, με την εκλιπούσα μητέρα του επανέρχεται στο “Mama Said”. Η «μπαλάντα» του album , θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς , μόνο που τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Αιτία το γεγονός ότι πέρα από τη συναισθηματική φόρτιση στο στιχουργικό τομέα, η συγκεκριμένη σύνθεση είναι πολύ πλούσια, μουσικά, με blues και country επιρροές. Αρκετοί έχουν αναφέρει ότι θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιον από τους 70s δίσκους των Lynyrd Skynyrd, και δεν έχουν άδικο, καθώς οι επιρροές από κομμάτια –έπη των southern πρωτοπόρων, όπως το “Simple Man” είναι εμφανείς. Διόλου τυχαίο ότι εκείνη την εποχή ο frontman του σχήματος άκουγε πολύ country μουσική.
Το album ολοκληρώνεται με 3 ακόμη τραγούδια: τα "Thorn Within", "Ronnie" και “Outlaw Torn” To πρώτο εκ των τριών είναι εξαιρετικό. Με υπέροχα riffs , groove και πλείστες Danzig επιρροές(ένα από τα «κολλήματα» του συγκροτήματος»), με έξυπνα breaks και όμορφη ερμηνεία στα φωνητικά. Το δεύτερο είναι ένα ακόμη από τα κομμάτια με έντονη southern χροιά. Ιδίως τα κιθαριστικά μέρη, που είναι από τα πλέον ιδιόμορφα που έχει γράψει πότε η μπάντα. Τα spoken word σημεία , τονίζουν ακόμη περισσότερο τον προαναφερθέν χαρακτήρα. Το τελευταίο είναι μία από τους κορυφές του σχήματος για τη δεκαετία. Με το βλέμμα σταθερά στραμμένο προς το «Νότο» , οι Metallica ακούγονται πιο «Sabbath-ικοί» από ποτέ. Το τρομερό solo του Hammett, τίγκα στο Wah-wah, είναι τρομερό, ενώ συνολικά κάθε stoner συγκρότημα του σήμερα, θα ήθελε ένα τέτοιο κομμάτι σε δίσκο του.
Την κυκλοφορία του “Load” ακολούθησε μία μεγάλη παγκόσμια περιοδεία που εξαργύρωσε την τεράστια εμπορική επιτυχία του album, το οποίο βρέθηκε στο Νο1 στις Η.Π.Α , αλλά και σε αρκετές ακόμη χώρες του κόσμου , γινόμενο πολλές φορές πλατινένιο. Ταυτόχρονα νέοι fans άρχισαν να προσελκύονται προς το συγκρότημα. Ακολούθησε η κυκλοφορία των υπολοίπων κομματιών που είχαν ηχογραφηθεί αυτή την περίοδο, σε ένα νέο δίσκο , υπό τον τίτλο “Re-load” το φθινόπωρο του 1997.
Συνολικά το “Load” αποτέλεσε κυκλοφορία σταθμό. Μπορεί , όπως αναφέρθηκε και παραπάνω να δίχασε , όμως με τα χρόνια δικαιώθηκε. Σήμερα αποτελεί τεράστια επιρροή για μια σειρά heavy rock σχήματα , και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μπάντες σαν τους Planet Of Zeus π.χ το προσκυνούν. Αρκετοί ίσως να προτιμούν τους Metallica στο συγκεκριμένο, «κλασικό» τους στυλ, όμως η αλήθεια είναι ότι το σχήμα χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από το στοιχείο του πειραματισμού.



Comments