top of page

CONTROVERSIAL ALBUMS PART 6:

  • May 2, 2017
  • 7 min read

Queensryche- "Tribe" ( Sanctuary, 2003)









Μία από εκείνες τις πόλεις των Η.Π.Α που χαρακτηρίζονταν για τον μεγάλο μουσικό τους πλούτο ήταν το Seattle. H συγκεκριμένη πόλη αποτελεί την πρωτεύουσα της πολιτείας της Washington, ευρισκόμενη στα βορειοδυτικά και συνορεύοντας με τον Καναδά. Όντας «χωνευτήρι» πολιτιστικά και κοινωνικά, κατέστη έδρα ποικίλων μουσικών ρευμάτων, παρουσιάζοντας, μεταξύ άλλων, και μία αρκετά σημαντική rock σκηνή, ήδη από τη δεκαετία του 1960, με πρωτοπόρους τους Sonics και τους Wailers(καμία σχέση με το συνονόματο σχήμα του Bob Marley). Ακόμη, ο Jimi Hendrix καταγόταν από τη συγκεκριμένη πόλη, όπου και έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα, πριν τη μετακόμιση του στο Λονδίνο.


Η σπουδαία μουσική ιστορία του Seattle, συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, με πληθώρα από σημαντικές μπάντες σε ένα ευρύ φάσμα ιδιωμάτων. Από όλα αυτά πιο γνωστό πλέον σήμερα είναι αυτό του grunge, με συγκροτήματα όπως οι Nirvana, Soundgarden, Alice In Chains, Mother Love Bone, Mudhoney, Pearl Jam , Melvins, Screaming Trees κ.α. Τα σχήματα αυτά ξεκίνησαν στην πλειοψηφία τους στα τέλη των 80s , με την αρωγή της τοπικής δισκογραφικής Sub Pop, πετυχαίνοντας μια ολοκληρωτική αλλαγή στην αμερικάνικη ( και όχι μόνο) rock σκηνή, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990. Η παραπάνω εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα , η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, να έχει το grunge κατά νου, όταν αναφέρεται στον «ήχο του Seattle».


Ωστόσο τα χρόνια που προηγήθηκαν της συγκεκριμένης «έκρηξης», οι μπάντες της πόλης δεν έμειναν απαθείς σε σχέση με τις εξελίξεις, παρουσιάζοντας σημαντικότατα σχήματα και ιδιαίτερα αξιόλογες punk rock, alternative rock και metal σκηνές. Ιδίως η τελευταία εκ των τριών, έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι ενώ «λατρεύεται» από τους απανταχού metalheads, δεν είναι και τόσο γνωστή σε οπαδούς της rock μουσικής , που αρέσκονται σε άλλα είδη.


Παρόλα αυτά, τη δεκαετία του 80 το Seattle υπήρξε η κοιτίδα μίας εκ των πιο σημαντικών και ποιοτικών metal σκηνών στις Η.Π.Α., με εξαιρετικά σχήματα όπως οι Heir Apparent, οι Metal Church, οι Sanctuary, οι Fifth Angel, οι Q5, αλλά και οι μπροστάρηδες της συγκεκριμένης σκηνής Queensryche. Οι τελευταίοι ,σχηματισμένοι από τους Geoff Tate (φωνητικά) , Chris De Garmo (κιθάρα), Michael Wilton (κιθάρα), Eddie Jackson (μπάσο) και Scott Rockenfield (τύμπανα),εκίνησαν την πορεία τους το 1981 και κατόρθωσαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, να εξελιχθούν σε ένα από τα πλέον σημαίνοντα συγκροτήματα του metal, σε παγκόσμιο επίπεδο.


Από μουσικής σκοπιάς ξεκίνησαν επηρεασμένοι από το κυρίαρχο – εκείνη την εποχή –βρετανικό metal και μπάντες όπως οι Judas Priest , οι Black Sabbath (εποχής Dio), οι Iron Maiden και γενικότερα το NWOBHM . Παρόλα αυτά επέλεξαν να αποφύγουν το στείρο μιμητισμό, «προχωρώντας» τον συγκεκριμένο ήχο ένα βήμα παρακάτω, σε μία κατεύθυνση που έβριθε επικού συναισθήματος και λυρισμού, και που αργότερα ονοματίστηκε με τον όρο heavy /power metal. Το παραπάνω επετεύχθη και εξαιτίας των progressive rock επιρροών που άρχισαν να υπάρχουν στη μουσική τους σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό, οδηγώντας γρήγορα σε αλλαγή ύφους , με αποτέλεσμα να καταστούν πρωτεργάτες του progressive metal, με δίσκους- μνημεία όπως τα “Rage For Order’ (1986), “Operation:Mindcrime”(1988), “Empire” (1990) και “Promised Land”(1994). Ιδιαίτερα την περίοδο του “Empire” , η μπάντα μπόρεσε να σημειώσει και αξιοπρόσεκτη εμπορική επιτυχία, καθώς το album έγινε 3 φορές πλατινένιο στις Η.Π.Α.




Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν και το γεγονός ότι το συγκρότημα , διατηρώντας τα βασικά γνωρίσματα του ήχου του, κατόρθωνε να παρουσιάζεται διαφορετικό από δίσκο σε δίσκο, αποτελώντας παράδειγμα ανήσυχου καλλιτεχνικού πνεύματος. Επίσης, το στιχουργικό κομμάτι ήταν ένα ακόμη παράδειγμα της λογικής και της νοοτροπίας τους, καθώς οι στίχοι τους εμφάνιζαν μία μπάντα με ευρύτατες κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες, που δεν δίσταζε να θίξει ζητήματα, που δεν ήταν συνηθισμένα εκείνη την εποχή


Ωστόσο η περίοδος που ξεκίνησε με την κυκλοφορία του “Hear In The Now Frontier”( 1997), άλλαξε εντελώς τα πράγματα. Ο συγκεκριμένος δίσκος , για πρώτη φορά στη ιστορία του σχήματος, πήρε άσχημες κριτικές και «πάγωσε» τους οπαδούς , ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Και όχι άδικα. Οι Queensryche ,προσπάθησαν να εναρμονιστούν και πάλι με τις εξελίξεις παρουσιάζοντας μία πιο μινιμαλιστική μουσική κατεύθυνση , με εμφανείς alternative rock επιρροές. Το βασικότερο πρόβλημα ήταν ότι τα παραπάνω παρουσιάζονταν , μέσα από μία σειρά επιφανειακά και μάλλον χωρίς έμπνευση (στην πλειοψηφία τους) κομμάτια. Απότοκο των παραπάνω ήταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά υπήρξε αποχώρηση από το σχήμα. Και μάλιστα με ιδιαίτερη σημασία. Ο κιθαρίστας και βασικός συνθέτης Chris De Garmo αποτέλεσε παρελθόν , επωμιζόμενος την αποτυχία του δίσκου. Η αντικατάσταση του έγινε από τον παλιό συνεργάτη του τραγουδιστή Geoff Tate, τον Kelly Gray. Το “Q2K” album που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, δεν μπόρεσε να «εμποδίσει» την φθίνουσα πορεία της μπάντας, παρά το ότι ήταν εμφανέστατα καλύτερο με ορισμένα εξαιρετικά τραγούδια ,όπως το “Right Side Of My Mind”.


Τα παραπάνω είχαν , όπως ήταν αναμενόμενο, αντίκτυπο στο συγκρότημα , που είδε αφενός τη δισκογραφική τους εταιρεία (Atlantic) να τους λύνει το συμβόλαιο, λόγω των χαμηλών πωλήσεων του “Q2K” και αφετέρου το νέο εισελθόντα κιθαρίστα να αποτελεί παρελθόν μετά το πέρας της περιοδείας, που σημαδεύτηκε από τις αντεγκλήσεις με τους Dream Theater, όταν οι Queensryche ακύρωσαν την κοινή τους τουρνέ , για να βγουν «στο δρόμο» μαζί με τους Iron Maiden. Αμέσως μετά ξεκίνησε η διαδικασία για την αντικατάσταση του Gray, όταν έπεσε στο τραπέζι η ιδέα της επαναπροσέγγισης με τον Chris De Garmo. Ο θρυλικός κιθαρίστας αποτέλεσε σημαίνουσα μορφή της μπάντας επί σειρά ετών ,καθορίζοντας με τις εμπνεύσεις του το μουσικό της προσανατολισμό. Οι οπαδοί , όπως ήταν φυσικό ενθουσιάστηκαν στο άκουσμα μίας τέτοιας είδησης, και αδημονούσαν για να ακούσουν τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της –εκ νέου- συνεργασίας. Τελικώς ζητήματα που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκαν επισήμως , οδήγησαν σε μια ιδιόμορφη «εν μέρει» επιστροφή του De Garmo. Ο κιθαρίστας συνέθεσε και ηχογράφησε μαζί με το σχήμα, αλλά τελικώς δεν τους ακολούθησε στην περιοδεία και δεν συνέχισε μαζί τους. Οι περισσότεροι μίλησαν για συνεχείς συγκρούσεις με τον Tate, που κατέστησαν το συγκεκριμένο reunion ανέφικτο. Έτσι η μπάντα προχώρησε στην πρόσληψη του Mike Stone, ο οποίος ολοκλήρωσε το album και ακολούθησε στην τουρνέ, εξελισσόμενος σε πλήρες μέλος μέχρι και το 2007. Εντούτοις και όπως θα δούμε και πιο κάτω , ο De Garmo άφησε το εμφανές στίγμα του στο δίσκο.


Ο οποίος δίσκος τελικώς κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2003 υπό τον γενικό τίτλο “Tribe”, μέσω της νέας εταιρίας του σχήματος , που δεν ήταν άλλη από τη Sanctuary, ιδιοκτησίας του manager των Iron Maiden, Rod Smallwood.Ηχογραφημένος στα Robert Lang Studios της πολιτείας της Washington (έμειναν στην rock ιστορία, καθώς εκεί έλαβαν χώρα οι τελευταίες ηχογραφήσεις των Nirvana πριν το θάνατο του Kurt Cobain), με το ίδιο το συγκρότημα να αναλαμβάνει και την παραγωγή , βοηθούμενο από τον μηχανικό ήχου Scott Olson, γνωστό από τη συνεργασία του με μπάντες όπως οι Heart, οι Alice In Chains, και οι Deftones .


Το σχήμα είχε συνηθίσει τους πολυπληθείς οπαδούς του σε αλλαγές και πειραματισμούς και το εδώ παρουσιαζόμενο πόνημα δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι Queensryche προσπαθούν να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό. Οι alternative επιρροές των τελευταίων δίσκων συνεχίζουν να υφίστανται , με τη διαφορά ότι συνδυάζονται με ορισμένα πιο κλασικά στοιχεία του ήχου της μπάντας(ιδίως της “Promised Land” περιόδου), ενώ δεν λείπουν οι αναφορές στα αποκαλούμενα neo-prog σχήματα των 90s –early 00s. Παράλληλα εντύπωση προκαλεί η πιο «σκληρή» προσέγγιση σε ότι έχει να κάνει με τον ήχο στις κιθάρες. Ταυτόχρονα ,το στιχουργικό κομμάτι (που όπως αναφέραμε και πρωτύτερα , υπήρξε ανέκαθεν προσεγμένο στους Queensryche), παρουσίαζε μία πιο εσωτερική , προσωπική, «ενδοσκοπική» ματιά πάνω σε συναισθήματα και καταστάσεις με φιλοσοφικά ερωτήματα και «διακριτικές» αναφορές, στην αμερικάνικη πραγματικότητα , όπως αυτή διαμορφωνόταν εκείνη την περίοδο.


Το album ξεκινάει με το “Open”. Ένα mid-tempo, groovy κομμάτι με στακάτο rhythm section, ωραία riffs και στίχους – κόλαφο ενάντια σε όσους φέρουν και αναπαράγουν στερεότυπα. Οι κιθάρες έχουν έναν αρκετά «αιχμηρό» ήχο, που χαρακτηρίζει τη σύνθεση. Το break στα μέσα περίπου , έχει ενδιαφέρον με το μπάσο να θυμίζει μεταγενέστερα σχήματα , όπως οι Tool. Εντούτοις το ρεφρέν δεν μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στις κορυφαίες στιγμές , αντιθέτως ακούγεται μάλλον επίπεδο.


Το “Losing Myself” που έπεται , παραπέμπει ευθέως στο προηγηθέν album , και κινείται σε μάλλον μέτρια επίπεδα, με μία όμορφη ερμηνεία από τον Tate. Γενικότερα ο front man του σχήματος είναι από τα δυνατά χαρτιά του “Tribe”, με τα φωνητικά του να βρίθουν συναισθηματισμού. Αντιθέτως το “Desert Dance” αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του σχήματος τα τελευταία 20 χρόνια. Τρομερά groovy με ανατολίτικες επιρροές και στιχουργικές αναφορές στη ζωή των βεδουίνων. Ακόμη ,πέρα από τα έξοχα riffs , έχει φοβερά breaks που “απογειώνουν» τη σύνθεση και -για μια ακόμη φορά-εξαιρετικά φωνητικά. Γενικότερα ενώ απουσιάζουν «παραδοσιακά» solos, οι κιθάρες κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω , η παρουσία του De Garmo είναι εμφανής στις συνθέσεις , με το χαρακτηριστικό του παίξιμο σε αρκετές περιπτώσεις να ανεβάζει επίπεδο στα κομμάτια.


Το “Falling Behind” είναι ένα τραγούδι , που επιστρέφει στο στυλ του προηγούμενου δίσκου. Τα tribal τύμπανα ξεχωρίζουν, ενώ η ενορχήστρωση του δίνει ένα αρκετά μελαγχολικό τόνο. Ο τελευταίος διατηρείται και στο “The Great Divide” που ακολουθεί, που με τη σειρά του έχει εμφανείς αναφορές στο “Promised Land”. Οι υπέροχοι στίχοι και τα φωνητικά το κάνουν να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο ενώ ιδίως το ρεφρέν θυμίζει κλασικές στιγμές της μπάντας. Σίγουρα εξαιρετικό.



Συνέχεια με το “Rhythm Of Hope” . Οι επιρροές από το “Promised Land” συνεχίζονται σε ένα τραγούδι όπου ο συνδυασμός ακουστικών και ηλεκτρικών στιγμών , δημιουργεί ωραίες αντιθέσεις. Συνολικά το κομμάτι χαρακτηρίζεται από μία «συγκρατημένα» αισιόδοξη ατμόσφαιρα, που αποτυπώνεται στην ερμηνεία του Tate. Ακολουθεί το ομώνυμο τραγούδι, που αποτελεί και μία από τις καλύτερες στιγμές του album. Τα spoken word σημεία τονίζουν τη μυστηριακή ατμόσφαιρα της σύνθεσης και κάνουν εξαιρετική αντίθεση με το ρεφρέν , που θυμίζει τις κλασικές στιγμές του σχήματος. Οι στίχοι από την άλλη, βγάζουν μία αίσθηση «οικουμενικότητας», με αναφορές στην κουλτούρα της Μέσης Ανατολής (κάτι που συναντήσαμε και στο “Desert Dance”). Διόλου τυχαία κίνηση της μπάντας, η οποία σε μία εποχή που μαινόταν η επέμβαση των Η.Π.Α στο Ιράκ, δηλώνει με αυτόν τον τρόπο την αντίθεση της.


Το “Blood” που έπεται, αποτελεί στιχουργικά ένα πιο άμεσο «κατηγορώ» για την ίδια πολεμική επέμβαση. Μουσικά έχει επιρροές από μεταγενέστερα των Queensryche, neo-prog και alternative συγκροτήματα. Παρόλα αυτά δεν είναι κάτι το συγκλονιστικό, και από ένα σημείο και μετά, ακούγεται κοινότυπο. Δεν το βοηθάει και η παραγωγή , με τις κιθάρες να είναι πίσω , συγκριτικά με τα κομμάτια που προηγήθηκαν.


Το album ολοκληρώνεται με τα “The Art Of Life” και “Doin’ Fine”. To πρώτο θυμίζει και αυτό “Promised Land” με όμορφα φωνητικά και τρομερούς στίχους. Το δεύτερο αντιθέτως είναι ένα alternative hard rock τραγούδι, συμπαθές αλλά μέχρι εκεί.


Την κυκλοφορία του “Tribe” , ακολούθησε μία εκτενής παγκόσμια περιοδεία, στα πλαίσια της οποίας , η μπάντα ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τον Ιούνιο του 2003. Ωστόσο τα νούμερα των πωλήσεων , δεν ήταν και πάλι ενθαρρυντικά , με αποτέλεσμα την αποπομπή από τη δισκογραφική τους εταιρία, η οποία παράλληλα αντιμετώπιζε ποικίλα οικονομικά προβλήματα. Όμως και οι οπαδοί, υποδέχτηκαν με ανάμεικτα συναισθήματα το album. Κάπου εκεί άρχισαν οι πρώτες σκέψεις για το sequel του θρυλικού Operation:Mindcrime, κάτι που έμελλε να υλοποιηθεί 3 χρόνια αργότερα.


Σήμερα ο συγκεκριμένος δίσκος είναι μάλλον «ξεχασμένος» από τους περισσότερους. Αποτελεί όμως (και παρά τις αδυναμίες του)μία από τις καλύτερες στιγμές των Queensryche τα τελευταία 20 χρόνια, και όσοι εκτιμούν το τεράστιο αυτό σχήμα, οφείλουν να του δώσουν μία ακόμη «ευκαιρία».




Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page