top of page

CONTROVERSIAL ALBUMS PART 7:

  • May 9, 2017
  • 7 min read



Opeth- "Heritage"(Roadrunner, 2011)









Η Σουηδία αποτελεί μία χώρα με τεράστια μουσική παράδοση και με μεγάλη προσφορά καλλιτεχνών σε ποικίλα μουσικά ιδιώματα. Ένα από αυτά τα είδη που έχουν «ευεργετηθεί» , είναι και το hard rock/ metal, ένα ιδίωμα στο οποίο η σουηδική σκηνή παρουσιάζει τρομερή συνέπεια και δυναμική εδώ και τουλάχιστον 3,5 δεκαετίες. Οι ρίζες της συγκεκριμένης σκηνής «χάνονται» στις αρχές της δεκαετίας του 1970 , με σπουδαία groups, όπως οι θρυλικοί November (για τους οποίους θα μιλήσουμε αναλυτικότερα , εν καιρώ), που έδωσαν, από τη μεριά τους, το έναυσμα για ότι ακολούθησε.


Και αυτό που ακολούθησε, ήταν σπουδαία και πρωτοποριακά συγκροτήματα , ιδίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά, που διαμόρφωσαν ολόκληρα είδη και έδειξαν το δρόμο και σε σκηνές άλλων χωρών της Ευρώπης. Το τελευταίο , αποτελεί , ίσως και το μεγαλύτερο επίτευγμα των σουηδικών συγκροτημάτων. Το γεγονός , δηλαδή, ότι έδειξαν , ότι είναι εφικτό για μία μπάντα , προερχόμενη από χώρα –outsider, να πρωταγωνιστήσει στο παγκόσμιο rock στερέωμα.


Τα παραπάνω συνεχίστηκαν και εντάθηκαν τη δεκαετία του 1990, όπου τα σουηδικά σχήματα βρέθηκαν να ηγούνται, μεταξύ άλλων, της ευρωπαϊκής death metal σκηνής (π.χ Entombed, Unleashed, Edge Of Sanity, Hypocrisy, At The Gates) παρουσιάζοντας και κάποιους ενδιαφέροντες μουσικούς πειραματισμούς, αποδεικνύοντας ότι σε κάθε είδος υφίσταται χώρος για κάτι τέτοιο. Γέννημα της συγκεκριμένης σκηνής ήταν και οι Opeth, που σχηματισμένοι το 1990 και καθοδηγούμενοι από τη χαρισματική persona του κιθαρίστα/ τραγουδιστή Mikael Akerfeldt, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το ατόφιο death metal, που έπαιζαν αρχικά και να ακολουθήσουν έναν πιο πρωτοπόρο δρόμο, συνδυάζοντας το με progressive rock επιρροές.


Κάτι τέτοιο δεν ήταν ανήκουστο στα early ‘90s. Βρισκόμαστε στην εποχή , όπου το metal ευρύτερα , «βίωνε» , το τέλος της περιόδου των «παχιών αγελάδων», εμπορικά. Οι πολυεθνικές εταιρίες/labels που μέχρι τότε κυκλοφορούσαν ένα μεγάλο κομμάτι της metal δισκογραφίας, άρχισαν να λύνουν τα συμβόλαια στις μπάντες του είδους. Έτσι , «μπήκαν στο παιχνίδι» , ανεξάρτητες εταιρίες που αφενός είχαν μεγαλύτερη επαφή με το underground, αφετέρου είχαν λιγότερους ενδοιασμούς , στο να δώσουν ευκαιρίες σε πιο ακραία και ρηξικέλευθα σχήματα. Αυτό σήμαινε, μεταξύ άλλων, την ραγδαία άνοδο του death metal και την καθιέρωση του στις συνειδήσεις των φίλων του σκληρού ήχου. Ταυτόχρονα , όπως είδαμε και στο άρθρο που αναφερόταν στους Metallica, αρκετές μπάντες που πρωτοστάτησαν του thrash ήχου στα 80s, εγκατέλειψαν το είδος , αφήνοντας «χώρο» , σε ιδιώματα, όπως το death, που αποτελούσε και μία πιο ακραία μετεξέλιξη του thrash . Παρόλα αυτά , πολλά συγκροτήματα , δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την επανάληψη, οδηγώντας το εν λόγω ιδίωμα σε ένα τέλμα.


Αυτή η εξέλιξη , οδήγησε αρκετές μπάντες στο να δοκιμάσουν να διευρύνουν τα όρια του συγκεκριμένου ήχου. Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις Η.Π.Α, πρωτοπόρα σχήματα όπως οι Cynic και οι Atheist,αλλά και οι πρωτεργάτες Death, δοκίμασαν να περάσουν progressive/fusion στοιχεία που παρέπεμπαν σε μυθικά σχήματα των 70s , όπως οι Mahavishnu Orchestra. Η τάση αυτή ,αποτυπώθηκε σε μια σειρά δίσκους –μνημεία όπως τα “Elements”, “Focus” και “Individual Thought Patterns”. Επηρεασμένοι από τα παραπάνω , οι Opeth μπήκαν σε μία αντίστοιχη διαδικασία , που ξεκίνησε με το ντεμπούτο τους “Orchid” το 1995. Η μεγάλη διαφορά ωστόσο, υπήρξε το γεγονός , ότι εδώ οι επιρροές ήταν από το πιο «ορθόδοξο», κομμάτι του 70s progressive και σχήματα όπως οι Pink Floyd, οι Van Der Graaf Generator και οι Camel.



Με σταθερά βήματα , η μπάντα , φαινόταν να μην πτοείται από τις συνεχείς εναλλαγές μελών, παρουσιάζοντας όλο και καλύτερους δίσκους. Ωστόσο η κυκλοφορία –κλειδί , που έμελλε να αλλάξει την ιστορία τους διαπαντός , ήταν το αριστουργηματικό “Still Life” του 1999. Όχι μόνο γατί απέσπασε εξαιρετικές κριτικές , αλλά και γιατί εντυπωσίασε πολύ κόσμο. Ένας εξ αυτών , ήταν και ο Steven Wilson , ηγέτης των χαρισματικών Βρετανών progsters Porcupine Tree, που ήρθε σε επαφή με το σχήμα , αναλαμβάνοντας χρέη παραγωγού στις επόμενες δουλειές τους. Ο πρώτος "καρπός" αυτής της συνεργασίας ήταν ένα από τα σημαντικότερα metal albums των τελευταίων 20 χρόνων. Ο λόγος για το “Blackwater Park” του 2001, που καθιέρωσε το συγκρότημα , και αποτέλεσε έναν εμβληματικό δίσκο. Ο συνδυασμός death metal και prog rock, φαίνεται να φτάνει στο ζενίθ , με εξαιρετικές συνθέσεις (π.χ. “Bleak”, “Drapery Falls”, “The Leper Affinity”), που έμελλε να μείνουν κλασικές και να αποδειχτούν σφόδρα επιδραστικές στα χρόνια που ακολούθησαν. Σειρά πήραν και άλλα «διαμάντια» που συνέχισαν αυτήν την πορεία, όπως τα “Deliverance”(2002), “Ghost Reveries”(2005) και ”Watershed”(2008). Ενδιάμεσα κυκλοφόρησε το album “Damnation”( 2003), το οποίο και αποτέλεσε την πλέον πειραματική στιγμή τους, καθώς ήταν στην πλειοψηφία του ,ακουστικό. Ταυτόχρονα , ήταν και ο πρώτος δίσκος που απουσίαζαν οι εναλλαγές brutal και καθαρών φωνητικών, που με τη σειρά τους είναι εκ των βασικών χαρακτηριστικών του συγκροτήματος.


Μέσα από τους δίσκους αυτούς , η μπάντα εξέλισσέ τη μουσική της διαρκώς, προσεταιριζόμενη όλο και περισσότερο την progressive πλευρά του ήχου της. Φτάνοντας λοιπόν στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, και με το λεγόμενο vintage στοιχείο να έχει επανέλθει για τα καλά , τόσο στη μουσική, όσο και στη βιομηχανία του θεάματος εν γένει, η μπάντα αποφάσισε να κυκλοφορήσει το πλέον «τολμηρό» και διαφορετικό album της καριέρας της. Ήδη από το 2010, δηλώσεις του Akerfeldt έκαναν λόγο για την επικείμενη απουσία brutal φωνητικών από το επερχόμενο πόνημα του σχήματος. Ταυτόχρονα, ο ηγέτης του group, είχε εντρυφήσει ακόμη περισσότερο στα 70s , όλη αυτή την περίοδο, όντας μανιώδης συλλέκτης βινυλίων της συγκεκριμένης εποχής.


Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν , μπορεί πιο εύκολα να ερμηνευτεί η απόφαση του για έναν αμιγώς progressive rock δίσκο, βγαλμένο κατευθείαν από τη χρυσή δεκαετία του είδους. Ένα δίσκο που κυκλοφόρησε τελικώς το Σεπτέμβρη του 2011 μέσω της Roadrunner, που αποτέλεσε το «σπίτι» του συγκροτήματος από το 2005 μέχρι το 2015 και έφερε τον, ομολογουμένως ιδιαίτερα ταιριαστό, τίτλο “Heritage”. Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση στους πολυπληθείς , πλέον , φίλους της μπάντας ήταν το πανέμορφο εξώφυλλο του Travis Smith. Ο Αμερικανός σχεδιαστής, γνωστός από τη συνεργασία του με πλειάδα metal καλλιτεχνών όπως οι King Diamond , Nevermore, Iced Earth, Death και άλλοι, παραδίδει εδώ μία πραγματικά κορυφαία δουλειά, σε ένα artwork που παραπέμπει ευθέως σε αντίστοιχα της δεκαετίας του 70. Στο επίκεντρο του βρίσκεται ένα δέντρο , στα κλαδιά του οποίου ανακαλύπτουμε τα μέλη της μπάντας , με μια εωσφορική φιγούρα να κυριαρχεί στο υπέδαφος (οι death metal ρίζες των Opeth).


Οι εκπλήξεις συνεχίζονται στο εσώφυλλο , όπου και βλέπουμε ότι ο Akerfeldt έχει αναλάβει την παραγωγή , και ο Wilson τη μίξη. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την επιστροφή στα δρώμενα του συγκροτήματος από τον μεγάλο Βρετανό, ο οποίος και απείχε στο προηγηθέν album. Αργότερα ο Wilson θα δηλώσει ότι αντιλαμβάνεται τον εδώ παρουσιαζόμενο δίσκο σαν κομμάτι μίας τριλογίας , που αποτελείται ακόμη από το προσωπικό του “Grace For Drowning”(2011) και το ομώνυμο ντεμπούτο των Storm Corrosion, ενός project που δημιούργησε την ίδια περίοδο με τον Akerfeldt , και κυκλοφόρησε το 2012.



Ταυτόχρονα το album (που ηχογραφήθηκε στα περίφημα Atlantis Studios, όπου και «γράφτηκαν» ,μεταξύ άλλων, οι μεγαλύτερες επιτυχίες των Abba), ήταν το τελευταίο με τον σπουδαίο πληκτρά Per Wiberg (Spiritual Beggars), που αποχώρησε πριν την κυκλοφορία του και συναντούμε συμμετοχές από τον Joakim Svalberg (πλήκτρα, ex-Yngwie Malmsteen), αλλά και τον θρυλικό Περουβιανό Alex Acuna (κρουστά) , πολύ γνωστού από τη θητεία του στους Weather Report αλλά και σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο της jazz.


Το ξεκίνημα του δίσκου γίνεται με το ομώνυμο κομμάτι, που δεν είναι παρά ένα instrumental , στο οποίο ακούμε το νεοφερμένο Svalberg να παίζει ένα όμορφο θέμα σε grand piano, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα , που εισάγει στο κλίμα. Ο Akerfeldt δήλωσε αργότερα ότι εμπνεύστηκε τη σύνθεση από το Σουηδό jazz πιανίστα Jani Johansson, πατέρα των Jens (πλήκτρα- Malmsteen, Stratovarius) και Anders Johansson (drums- Hammerfall). Συνέχεια δίνεται με το “The Devil’s Orchard”, ένα ακραιφνές prog rock κομμάτι με αρετές αλλαγές και ποικιλία, που κατορθώνει εντούτοις να ηχεί άμεσο. Ακούγεται σαφώς επηρεασμένο από μπάντες όπως οι Gentle Giant και οι Eloy. Ακολουθεί το “I Feel The Dark”. H ακουστική folk εισαγωγή με τις jazz επιρροές και ο τρόπος που τραγουδά ο maiman των Opeth, παραπέμπει ευθέως στους Jethro Tull. Έπεται ένα «ξέσπασμα» περίπου στη μέση με ωραία riffs και πλήκτρα που έχουν αναφορές στους Pink Floyd εποχής “Live In Pompeii” . Tο κομμάτι ολοκληρώνεται με πανομοιότυπο της αρχής, τρόπο. Επόμενο στη σειρά είναι το “Slither”. Στα inner notes διαβάζουμε ότι είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Ronnie James Dio (R.I.P), αλλά και αυτό το στοιχείο δεν προϊδεάζει για την έκπληξη: Πρόκειται για μία σύνθεση που σχεδόν «κοπιάρει» το “Kill The King”των Rainbow , παρουσιάζοντας ακόμη και εφάμιλλη ανάπτυξη. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι δεν είναι και ότι πιο πρωτότυπο, αλλά μακάρι όλα τα tributes να ήταν έτσι. Όσον αφορά το ακουστικό τελείωμα, αυτό παραπέμπει στο αντίστοιχο του “Heaven And Hell” των Black Sabbath και μάλλον όχι τυχαία.


Όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, τα παραπάνω τραγούδια ήταν μάλλον η «πρόγευση» για τη μουσική του δίσκου. Και αυτό γιατί από εδώ και πέρα μπαίνουμε σε ένα κυκεώνα κομματιών με τρομερές εναλλαγές , πλειάδα επιρροών και πειραματισμούς. Πρώτο εξ αυτών , το “Nepenthe”. Είναι χαρακτηριστικό του Akerfeldt, η απόδοση φόρου τιμής στη μουσική των 70s, κάτι που εντοπίζεται και εδώ, καθώς ο τίτλος αναφέρεται σε μια underground βρετανική δισκογραφική αυτής της περιόδου. Τα prog/fusion περάσματα που παραπέμπουν σε Al DiMeola και Return To Forever είναι απλά συγκλονιστικά. Το “Haxprocess” είναι παρόμοιας λογικής σύνθεση , με τα πλήκτρα να του δίνουν ένα περισσότερο «μυστηριακό», μελαγχολικό τόνο. Ωστόσο φαίνεται να μην κινείται σε ίδια επίπεδα με το προηγούμενο. Το φλάουτο επανέρχεται στην εισαγωγή του “Famine”,ακολουθούμενο από σημεία που φανερώνουν επιρροές από το “Live In Pompeii”, καθώς τα ηχοχρώματα των πλήκτρων συνδυάζονται με τα κρουστά του Acuna. Οι ταχύτητες ανεβαίνουν στην πορεία, με χαρακτηριστικό prog riffing και drumming,ενώ το τελείωμα ακούγεται σαν «συνάντηση» των Jethro Tull και των Black Sabbath. Απλά μεγαλειώδες.


To “The Lines in My Hand” που ακολουθεί, εκκινεί με τα drums να παίζουν ένα ρυθμό παρμένο από το “Dancing Madly Backwards” των Captain Beyond, ενώ την παράσταση «κλέβουν» οι ακουστικές με όμορφα θέματα. Εν συνεχεία το κομμάτι σκληραίνει με riffs, που με άλλη παραγωγή , θα μπορούσαν να βρίσκονται και σε κάποια από τις προγενέστερες δουλειές τους.


Το “Folklore” από την άλλη, είναι από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Ξεκινά με ακουστικές και εναλλαγές με πιο «σκληρά» σημεία που έχουν βαρύ Hammond. Το κομμάτι όμως δεν μένει εκεί . Ακολουθούν όμορφά , ήπια θέματα σε κιθάρες και πλήκτρα προσφέροντας το «χαλί», πάνω στο οποίο «αναρριχώνται», αρχικά το rhythm section και στη συνέχεια οι κιθάρες , καταλήγοντας σε ένα υπέροχο solo. Αυλαία με το “Marrow Of The Earth” που με αναφορές σε jazz και στη μουσική των soundtracks, ολοκληρώνει υποδειγματικά το album.


Ένα album που δίχασε αρκετά την εποχή της κυκλοφορίας του. Αρκετοί fans δεν καλοδέχτηκαν την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του χαρακτηριστικού ύφους της μπάντας. Εντούτοις , και όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω , όσοι παρακολουθούσαν στενά την πορεία του σχήματος , δεν βρέθηκαν προ εκπλήξεως, καθώς θεώρησαν ότι αυτή η μουσική κατεύθυνση ήταν το λογικό επόμενο βήμα στην εξέλιξη των Opeth.

Παρά την αμφισβήτηση, ο δίσκος πούλησε(δεδομένης και της εποχής ), αρκετά καλά, καταφέρνοντας μάλιστα να φτάσει μέχρι και το Νο 19 των charts του Billboard στις Η.Π.Α.


To “Heitage” συνολικά δεν είναι σε κανένα σημείο, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της μπάντας. Παρόλα αυτά, επηρέασε καθοριστικά την πορεία τους την τρέχουσα δεκαετία και προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους αρέσκονται στα βασικότερα στοιχεία του progressive rock: Την μουσική αναζήτηση και τον πειραματισμό.







Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page