ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 11:
- May 17, 2017
- 6 min read

Elf-"Elf" (Purple/Epic, 1972)
Μετά από αρκετές εβδομάδες όπου ασχοληθήκαμε με «αμφιλεγόμενους» δίσκους , ήρθε η στιγμή για την επιστροφή της στήλης που αφορά τα υποτιμημένα διαμάντια του παρελθόντος. Αυτή την εβδομάδα, με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από το θάνατο του τεράστιου Ronnie James Dio (R.I.P), θα καταπιαστούμε με το εξαιρετικό ομώνυμο ντεμπούτο των Elf. Ένα album που παρόλο την ποιότητα του , αλλά και το πλήθος πασίγνωστων συντελεστών που επιμελήθηκαν τη δημιουργία του, παραμένει άγνωστο συγκριτικά με τα μεγαλειώδη αριστουργήματα που σημάδεψαν την πορεία , όχι μόνο του μεγάλου κοντού, αλλά και του σκληρού ήχου στο σύνολο του.
Ξεκινώντας την ανασκόπηση των γεγονότων που οδήγησαν στη συγκεκριμένη κυκλοφορία , διαπιστώνουμε ότι ο σχηματισμός της συγκεκριμένης μπάντας ήταν απότοκο της πορείας του Dio στα μουσικά πράγματα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μίας πορείας που ξεκίνησε στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 50 , όταν ο έφηβος τότε Ronald Pandavona (όπως είναι το κανονικό ονοματεπώνυμο του Dio), , που ασχολείτο με τη μουσική παίζοντας τρομπέτα ,ήδη από την ηλικία των 7 ετών, ξεκίνησε να συμμετέχει σε διάφορα τοπικά σχήματα όπως οι The Vegas Kings, Ronnie & The Rumblers και Ronnie and the Redcaps. Με τους τελευταίους έκανε και τις πρώτες του προσπάθειας στη δισκογραφία , με μια σειρά από singles και 7’, όπως τα “Conquest”, “Judy I Love You” και “An Angel Is Missing”. Εντούτοις το ανήσυχο πνεύμα του και η τάση του για ακόμη μεγαλύτερο μουσικό πειραματισμό, τον οδήγησε στη δημιουργία ενός ακόμη συγκροτήματος, των Ronnie Dio & The Prophets, οι οποίοι παρέμειναν ενεργοί με αυτό το όνομα μέχρι και το 1967, ηχογραφώντας κάμποσα ακόμη singles, με γνωστότερο το “Love Potion No 9” το 1964, το οποίο και αποτελεί διασκευή στο κλασικό ομώνυμο κομμάτι των The Clovers.
Η συγκεκριμένη μπάντα ήταν σαφέστατα η καλύτερη από όσες έπαιξε ο Dio κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά υπήρξε η προσπάθεια μίας πιο ολοκληρωμένης δουλειάς: Η προσπάθεια αυτή άκουγε στο όνομα “Dio At Domino’s”,και ήταν ένας ηχογραφημένος ζωντανά στο studio δίσκος που βγήκε στην αγορά το 1963, περνώντας όμως απαρατήρητος, και οδηγώντας το σχήμα στην απογοήτευση .Παρόλα αυτά συνέχισαν να κυκλοφορούν singles. Μάλιστα ένα εξ αυτών, το “Mr. Misery”, κυκλοφόρησε πέραν των Η.Π.Α, στην Ιταλία αλλά και στην Ινδία!!! Μάλιστα η έκδοση που προοριζόταν για τη γείτονα χώρα, είχε ιταλικούς στίχους και έγινε υπό τον τίτλο ”Che Tristezza Senza Te”. Το παραπάνω γεγονός δεν θα πρέπει να δημιουργεί και τόσο εντύπωση, δεδομένης της καταγωγής τόσο του Ronnie , όσο και κάποιων άλλων μελών του συγκροτήματος από εκεί.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να κάνουμε μία αναφορά στο γεγονός ότι ο τραγουδιστής υιοθέτησε το όνομα αυτό (που σημαίνει Θεός στα ιταλικά) , επηρεασμένος από τον Johnny Dio, ένα πολύ γνωστό «νονό» της Μαφίας, που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρολό στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος στις Η.Π.Α. από τη δεκαετία του 1930 έως και τις αρχές αυτής του 1960.
Μην έχοντας καταφέρει να λάβουν κάποια αναγνώριση, αλλά και χωρίς σταθερό δισκογραφικό συμβόλαιο (παρότι κατά καιρούς είχαν βρεθεί να ηχογραφούν ακόμη και για εταιρίες όπως η κραταιά Atlantic), αποφάσισαν να μετονομαστούν σε The Electric Elves. Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια η σύνθεση είχε κατασταλάξει περιλαμβάνοντας εκτός του Ronnie σε φωνητικά και μπάσο, τους Gary Driscoll (τύμπανα), Nick Pantas (κιθάρα) και τον ξάδελφο του Dio , David Feinstein (κιθάρα).Πλέον στο «κάδρο» προστέθηκε και ο πληκτράς Doug Thaler. Συνέχισαν να κυκλοφορούν singles, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ακολουθήσουν τις εξελίξεις στην ευρύτερη rock σκηνή, ενσωματώνοντας στοιχεία από blues rock, funk ακόμη και hard rock σε στιγμές.
Η παραπάνω εξέλιξη ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη , καθώς η μπάντα βρισκόταν στο πολυσυλλεκτικό περιβάλλον της Νέας Υόρκης. Σε παλαιότερα άρθρα του συγκεκριμένου blog ,έχουμε καταπιαστεί με τη σκηνή της μεγαλούπολης της ανατολικής Ακτής , και τους λόγους που αναπτύχθηκε και διαμόρφωσε τα γνωρίσματα που την χαρακτήριζαν.
Ωστόσο τα πράγματα πήραν μια αναπάντεχη, όσο και τραγική τροπή το 1968 με το θάνατο σε τροχαίο του Nick Pantas. Το σχήμα αποφάσισε να συνεχίσει με τον Thaler να αναλαμβάνει καθήκοντα κιθαρίστα και τον νεοφερμένο Mickey Lee Soule να παίρνει τη θέση του στα πλήκτρα.
Με αυτή τη σύνθεση συνέχισαν τις ζωντανές εμφανίσεις σε τοπικό επίπεδο, αποφασίζοντας παράλληλα να αλλάξουν το όνομα τους σε The Elves, κυκλοφορόντας τα 7’ “Walking In Different Circles” (1969) και “Amber Velvet” (1970) μέσω της πιο γνωστής δισκογραφικής Decca. Η τελευταία τους άνοιξε το δρόμο ώστε να βρεθούν ενώπιον της μεγαλύτερης τους ευκαιρίας. Πιο συγκεκριμένα κατόρθωσε να τους κλείσει θέση support στην αμερικανική περιοδεία των Deep Purple για την προώθηση του “Fireball”, στα τέλη του 1971. Εδώ ξεκινάει και η σχέση του τραγουδιστή με τον ευρύτερο «κύκλο» των θρυλικών Βρετανών.
Μία σχέση που συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά, με τους Elf (όπως λεγόταν πλέον το σχήμα, μετά από εκ νέου μετονομασία) να ακολουθούν τους Purple και στην Ευρώπη. Ο Dio είχε πλέον φιλικές σχέσεις με τα μέλη του Λονδρέζικου συγκροτήματος , έχοντας κερδίσει την εκτίμηση τους τόσο για την φωνή του, όσο και για την σκηνική του παρουσία. Έτσι δεν πρέπει να κάνει εντύπωση το γεγονός ότι δύο μέλη τους, οι Roger Glover και Ian Paice μεσολάβησαν ώστε η μπάντα να αποκτήσει συμβόλαιο με την Epic/Sony,αναλαμβάνοντας και την παραγωγή για την πρώτη τους προσπάθεια , που ηχογραφήθηκε την άνοιξη του 1972 και βγήκε στις προθήκες των δισκοπωλείων τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς.
Το album έφερε ως τίτλο το όνομα της μπάντας και είχε ηχογραφηθεί στα περίφημα Studio One στην Atlanta,τα οποία ανήκαν στο διάσημο παραγωγό Rodney Mills και έμειναν στην ιστορία ως το μέρος όπου γράφτηκαν ορισμένες από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του southern rock, όπως τα (Pronounced 'Lĕh-'nérd 'Skin-'nérd) , “Second Helping” και “Street Survivors” των Lynyrd Skynyrd.Στα credits συναντάμε το κανονικό όνομα του Dio. Παρότι ήδη είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί το μετέπειτα πασίγνωστο προσωνύμιο του, σε αυτό το δίσκο αποφάσισε να διαφοροποιηθεί, επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο ένα φόρο τιμής στην οικογένεια του.
Tο ξεκίνημα γίνεται με το "Hoochie Koochie Lady". Πρόκειται για μία σύνθεση που είναι απόλυτα ενδεικτική για το ύφος της μπάντας. Βoogie hard rock με έντονο groove, rock'n' roll πλήκτρα και απλά (αλλά όχι απλοϊκά) riffs. Παρότι εντοπίζονται βρετανικές επιρροές(π.χ Free)., ο ήχος είναι φανερά αμερικάνικος, αφού συναντόνται μέχρι και southern στοιχεία. Το κομμάτι κυλάει ευχάριστα , χωρίς να είναι τίποτα το συγκλονιστικό, ενώ η ερμηνεία του Dio, αποδεικνύεται ιδανική για τις ανάγκες του τραγουδιού , όντας δυναμική χωρίς υπερβολές. Ακολουθεί τo ιδιαίτερα bluesy "First Avenue". Βασισμένο σε ένα απλό ρυθμό και με τα πλήκτρα να το «χρωματίζουν» όμορφα , ξεχωρίζει και πάλι για τις φωνητικές ικανότητες του frontman, αλλά και για το ωραίο «μαγκιόρικο» κιθαριστικό solo του Feinstein.
Η συνέχεια δίνεται με την κορυφαία στιγμή του LP και μια από τις κορυφαίες των Elf γενικότερα. Το συγκλονιστικό "Never More" ξεκινάει με πιάνο με ιδιαίτερα μελαγχολικούς τόνους για να «μπουν» και τα υπόλοιπα όργανα σε μια ονειρεμένη συνέχεια. Το τρίτο μέρος βασίζεται σε έναν groovy ρυθμό, με υπέροχες κιθαριστικές εμπνεύσεις. Όσο για την ερμηνεία του Dio, αυτή είναι μία από τις καλύτερες της καριέρας του. Με λίγα λόγια , πρόκειται για ένα από τα καλύτερα κομμάτια της δεκαετίας και είναι πραγματικά κρίμα που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό.
Το "I'm Coming Back for You" , επιστρέφει στο ύφος του εναρκτήριου κομματιού , μόνο που είναι ελαφρώς σκληρότερο και σαφέστατα καλύτερο. Θα θυμίσει και τραγούδια από το ντεμπούτο των Rainbow. Σε παρόμοιο ύφος και το boogie "Sit Down Honey (Everything Will Be Alright)". Με rock’ n ‘roll ερωτικούς στίχους , (όπως και η πλειοψηφία των συνθέσεων εδώ), κυλάει ευχάριστα, χωρίς να φτάνει το επίπεδο όσων προηγήθηκαν. Αντιθέτως το "Dixie Lee Junction" είναι κομματάρα . Η ήπια εισαγωγή αποτελεί το «χαλί» ώστε ο Dio να ξεδιπλώσει τις φωνητικές του αρετές, σε ένα τραγούδι που ηχεί σαν το «αδελφάκι» υφολογικά του "Never More". Έτσι από τα μέσα και μετά, το σκηνικό αλλάζει με τις ταχύτητες να ανεβαίνουν. Ακολουθεί το "Love Me Like a Woman" που κινείται σε blues ρυθμούς και αυτό , με το πιάνο του Lee Soule να ξεχωρίζει. Γενικότερα ο keyman του σχήματος δίνει τον δικό του στίγμα στο δίσκο, με το παίξιμο του να είναι εξαιρετικό και πολύ εφευρετικό. Το album ολοκληρώνεται με το “Gambler Gambler”. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό-τουλάχιστον-τραγούδι. Μάλλον το σκληρότερο του δίσκου, παρουσιάζει έντονα ρυθμικό –σχεδόν funky-hard rock, με επιρροές από κολοσσιαία σχήματα όπως οι Mountain και οι Grand Funk Railroad (ιδίως στα θέματα του μπάσου). Κάθε μέλος της μπάντας δίνει τον καλύτερο εαυτό του , με τον αδικοχαμένο Driscoll (r.i.p) να δείχνει το σπουδαίο ταλέντο του στα τύμπανα.
Ο δίσκος απέσπασε καλές κριτικές , εντούτοις απέτυχε εμπορικά. Αυτό έφερε νέες ανακατατάξεις με τον Steve Edwards να αντικαθιστά τον Feinstein, ενώ στο συγκρότημα εισήχθη και ο μπασίστας Graig Gruber, με τον Dio να αποκτά αποκλειστικά καθήκοντα τραγουδιστή. Ο συνάδελφός του στους Deep Purple, Roger Glover συνέχισε να αποτελεί τον παραγωγό του σχήματος και στα δύο επόμενα albums ,τα “Carolina Country Ball” (1974) και “Trying to Burn The Sun” (1975),που επίσης δεν πήγαν καλά από άποψη πωλήσεων. Κάπου εκεί, ένα άλλο μέλος των Deep Purple, ο θρυλικός Ritchie Blackmore, αποφάσισε να αποχωρήσει ζητώντας από τους Elf –πλην του κιθαρίστα Edwards, φυσικά – να αποτελέσουν τη νέα του μπάντα. Και εγένετο Rainbow..
To “Elf” σήμερα παραμένει αρκετά παραγνωρισμένο, σε σύγκριση με τα όσα αριστουργηματικά ακολούθησαν στην καριέρα του μεγάλου κοντού. Παρόλα αυτά τόσο οι οπαδοί του, όσο και οι λάτρεις της δεκαετίας του 70 , οφείλουν να το ακούσουν. Θα ανακαλύψουν μία άλλη πτυχή της μουσικής πορείας του τιτάνα Ronnie James Dio, στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται και το παρόν κείμενο.



Comments