ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 12:
- May 26, 2017
- 6 min read

Biglietto per l'Inferno- " Biglietto per l'Inferno"(Trident, 1974)
Στο άρθρο που αφορούσε τους Jeronimo υπήρξε αναφορά στον τρόπο με τον οποίο με τον οποίο αναπτύχθηκε η rock μουσική από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η συγκεκριμένη εποχή υπήρξε ορόσημο, καθώς τότε ξεκίνησαν να εμφανίζονται συγκροτήματα σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο, τα οποία προσπαθούσαν να διευρύνουν τα όρια αυτής της μουσικής και δεν περιορίζονταν σε μία απλή αναπαραγωγή των αγγλοσαξονικών προτύπων. Το παραπάνω ήταν μία ιδιαίτερα πλούσια διαδικασία, καθώς έφερε στο rock πλήθος επιρροών, παρμένων τόσο από το κλασικό όσο και από το παραδοσιακό μουσικό υπόβαθρο των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Τα παραπάνω αποτυπώθηκαν ανάγλυφα στην περίπτωση της Ιταλίας. Η γείτονα χώρα , γνώριζε μία μεγάλη πολιτιστική άνθηση τη δεκαετία του 1960, ιδίως σε τομείς όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος , με πλήθος κορυφαίων δημιουργών, να ανοίγουν νέους τρόπους έκφρασης και να πρωτοπορούν. Η μουσική δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι λοιπόν, πλάι σε μία σειρά από ηχητικά ρεύματα ξεκίνησε να αναπτύσσεται και το rock. Ταυτόχρονα, όπως ήταν απολύτως φυσιολογικό, τα σχήματα που αποτέλεσαν την ιταλική σκηνή αυτής της περιόδου, επηρεάστηκαν σφόδρα από τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες, που ήταν εξίσου, αν όχι και περισσότερο, έντονες με αυτές που συνέβαιναν σε άλλες χώρες την ίδια χρονική περίοδο( Η.Π.Α, Γαλλία).
Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα η ιταλική σκηνή να καταστεί με τη σειρά της πεδίο ευρύτατων πειραματισμών, αλλάζοντας πλήρως το μουσικό της προσανατολισμό σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 60, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες ιταλικές μπάντες, κινούμενες σε ένα περισσότερο pop/rock ύφος, αναζητώντας το εύκολο hit. Έτσι στα τέλη των 60s , άρχιζαν να εμφανίζονται νέα συγκροτήματα, που έχοντας αφομοιώσει τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, προσπάθησαν και αυτά να αφήσουν το στίγμα τους. Καταλυτικής σημασίας σε αυτή τη διαδικασία ήταν η ραγδαία άνοδος , αρχικά του ψυχεδελικού και εν συνέχεια του progressive rock, που με τη σειρά του έτυχε τρομερά μεγάλης αναγνώρισης και αποδοχής στην Ιταλία (π.χ το “Pawn Hearts” των Βρετανών Van Der Graaf Generator πήγε στο Νο 1 των charts ).
Η αρχή της δεκαετίας του 1970 είδε σχήματα ,όπως οι Premiata Forneria Marconi, οι Banco del Mutuo Soccorso, οι Osanna, οι Il Balletto di Bronzo, οι Quella Vecchia Locanda να πρωτοστατούν στο χτίσιμο μιας μεγάλης και τρομερά αξιόλογης prog σκηνής, που σήμερα δεν λείπουν αυτοί που την αντιπαραβάλλουν σε ποιότητα με την αντίστοιχη γερμανική εκείνης της εποχής. Το prog rock έγινε τόσο διαδεδομένο στην Ιταλία, που ορισμένοι ειδικοί λένε ότι κάθε καλλιτέχνης και συγκρότημα στη χώρα, παρήγαγε τουλάχιστον ένα προοδευτικό άλμπουμ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ακόμη, πλειάδα μετέπειτα γνωστών τραγουδιστών ξεκίνησαν την πορεία τους μέσα από το εν λόγω ιδίωμα, όπως οι Riccardo Cocciante, ο Ivano Fossati (Delirium, Dolce acqua), ο Lucio Battisti και ο Fabrizio De André. Το επόμενο «βήμα» ήταν η «έκθεση» του ρεύματος αυτού μέσα από συναυλίες.
Σε όλη τη διάρκεια των 70s, κυριολεκτικά αμέτρητα συγκροτήματα πραγματοποίησαν ζωντανές εμφανίσεις σε μεγάλα φεστιβάλ , που ξεκίνησαν να λαμβάνουν χώρα σε όλη τη χώρα. Τα φεστιβάλ αυτά ήταν συχνά δωρεάν και κατείχαν μια καλλιτεχνική ελευθερία που σπάνια παρατηρείται σε μία μουσική σκηνή. Αυτός ο ιδιότυπος μουσικός «συναγωνισμός» έθεσε τα σχήματα σε μία αναζήτηση πειραματισμού και διαρκούς ηχητικής πρωτοπορίας. Όλοι προσπάθησαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον, δημιουργώντας μοναδικούς ήχους και ενσωματώνοντας διαφορετικές επιρροές στη μουσική τους. Η ποικιλία του ήχου που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο από τα ιταλικά prog συγκροτήματα ήταν σχεδόν παροιμιώδης, καθώς υπήρχαν μπάντες που διέφεραν κατά πολύ μεταξύ τους, έχοντας ωστόσο πανομοιότυπο μουσικό όραμα και αρκετά κοινά χαρακτηριστικά , που μπορούμε να τα εντοπίσουμε αφενός στην έντονη επιρροή από τις παραδοσιακές canto μελωδίες της γείτονας χώρας , και αφετέρου στα έντονα στοιχεία από την ορχηστρική , κύρια προκλασική μουσική.
Γρήγορα η φήμη της σκηνής αυτής ξεκίνησε να ξεπερνά τα πλαίσια της Αδριατικής και να απλώνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις(π.χ Premiata Forneria Marconi) και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ,παρά το γεγονός ότι η ιταλική στιχουργία αποτελούσε κατά πολλούς «τροχοπέδη» σε μία τέτοια διαδικασία. Εντούτοις υφίσταται και η άλλη άποψη που λέει πώς το παραπάνω στοιχείο έδωσε ένα «εξωτικό χρώμα», στα σχήματα αυτά , προσελκύοντας με αυτόν τον τρόπο ακροατές στις Η.Π.Α.
Αναφερθήκαμε πρωτύτερα στα συγκροτήματα που αποτέλεσαν τους βασικούς εκφραστές αυτής της «έκρηξης» την περίοδο 1969-1971. Ωστόσο η ιταλική σκηνή και τα επόμενα χρόνια συνέχισε , μέσα από τις διαδικασίες που αναφέρθηκαν , να παράγει συνεχώς σπουδαίες μπάντες , που επηρεασμένες σφόδρα από τον ήχο συγκροτημάτων όπως οι Premiata Forneria Marconi, οι Banco del Mutuo Soccorso και οι Osanna, προσπάθησαν να εξελίξουν αυτόν τον ήχο. Ταυτόχρονα είχαν τα μάτια τους στραμμένα στην τροπή που έπαιρνε η μουσική και των μεγαθηρίων της Βρετανικής σκηνής, όπως οι Pink Floyd,Jethro Tull, Yes, Genesis, King Crimson κ.α. Εντούτοις ένα βασικό χαρακτηριστικό των σχημάτων αυτών ήταν ότι στην πλειοψηφία τους δεν κατάφεραν να έχουν αντίστοιχη διάρκεια.
Ένα από αυτά τα συγκροτήματα ήταν και οι Biglietto per l'Inferno που σχηματίστηκαν τα 1972 στο Lecco της Λομβαρδίας, από τους Fausto Branchini(μπάσο) , Claudio Canali (φλάουτο, φωνητικά) , Giuseppe Cossa (πιάνο, πλήκτρα), Mauro Gnecchi (τύμπανα), Marco Mainetti (κιθάρα). Άπαντες είχαν ήδη «παραστάσεις» με τοπικές μπάντες όπως οι Mako Sharks και Gee. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες συναυλίες του συγκροτήματος. Με τη φήμη τους διαρκώς να μεγαλώνει , κατάφεραν να έρθουν σε συμφωνία τη δισκογραφική Trident, που προσπάθησε να τους προωθήσει κανονίζοντας τους ζωντανές εμφανίσεις σε μεγάλα φεστιβάλ , όπως το Be-In στη Νάπολη το 1973.
Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα την ηχογράφηση του πρώτου studio album , που έφερε το όνομα της μπάντας στον τίτλο του και κυκλοφόρησε το 1974. Στην ηχογράφηση συμμετείχε ακόμη και ο Giuseppe Banfi στο Moog synthesizer, αφήνοντας μάλιστα εμφανές το στίγμα του στο δίσκο, όπως θα δούμε και παρακάτω. Όλα αυτά λάμβαναν χώρα σε μία περίοδο όπου ο ήχος των Biglietto per l'Inferno, αποκτούσε πολλά στοιχεία από το hard rock/heavy metal της εποχής( Led Zeppelin, Black Sabbath, Uriah Heep, Deep Purple), δίχως να «αμελεί» τις αναφορές σε παραδοσιακές και αναγεννησιακές μελωδίες. Κάποιοι εκφράζουν την άποψη ότι ο δίσκος είναι concept, κάτι που όμως δεν ισχύει , παρά την συνάφεια της θεματικής των τραγουδιών, για την οποία θα μιλήσουμε και εκτενέστερα παρακάτω.
Το album ξεκινάει με το "Ansia" που, όντας σχετικά μικρό σε διάρκεια( 4:16), λειτουργεί εισαγωγικά προς το κλίμα του δίσκου, μπορεί εντούτοις να σταθεί και αυτόνομα ως σύνθεση. Η κορύφωση από τη μέση και μετά , παραπέμπει και σε άλλα ιταλικά συγκροτήματα , όπως οι Museo Rosenbach. Από εδώ φανερώνεται ένα ακόμη από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της σκηνής: Η εκπληκτική αίσθηση της μελωδίας, που έχουν σε αρκετές περιπτώσεις , έντονα «μεσογειακό» χρώμα. Συνέχεια με το "Confessione". Ένα φανταστικό τραγούδι όπου prog, hard rock και συμφωνικές επιρροές γίνονται «ένα», σε ένα από τα καλύτερα κομμάτια του ιδιώματος για την συγκεκριμένη δεκαετία. Ακόμη , ο τρόπος που λειτουργεί το φλάουτο στη σύνθεση είναι ιδιαίτερα ευρηματικός, δίνοντας μία απόκοσμη ατμόσφαιρα. Οι στίχοι που έγραψε ο Canali για το τραγούδι αφορούν μια δολοφονία: παρά το όνομα της μπάντας που σημαίνει "εισιτήριο στην κόλαση", οι στίχοι δεν έχουν αναφορές σε occult θεματολογία.
Τα υπόλοιπα τραγούδια περιλαμβάνουν στίχους που ασχολούνται με κοινωνικά και ψυχολογικά θέματα, ενώ δεν λείπουν οι έμμεσες πλην σαφείς «ματιές» στην πολιτική, πράγμα πολύ συνηθισμένο εκείνη την εποχή, σε μία χώρα όπως η Ιταλία, με τα κινηματικά γεγονότα του 1969 να είναι ακόμη ιδιαιτέρως «νωπά». Πρώτο εκ των άλλων συνθέσεων είναι το "Una Strana Regina" Σε σχεδόν 7 λεπτά εκκινεί σχετικά ήπια για να κλιμακωθεί σταδιακά με το synthesizer να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα αξιοσημείωτα το εκπληκτικό κιθαριστικό solo καθώς και το τελείωμα του, οπού οι jazz επιρροές «συναντούν» τις προκλασικές μελωδίες. Συνέχεια με το "Il Nevare", ένα από τα πλέον ιδιαίτερα κομμάτια του δίσκου , που χαρακτηρίζεται από σκοτεινή ατμόσφαιρα και heavy riffs, που δημιουργούν αντιθέσεις με τα ακουστικά περάσματα. Έντονες οι αναφορές σε Van Der Graaf Generator και Genesis, ενώ ο Canali καταθέτει μία κορυφαία ερμηνεία στα φωνητικά. Το album ολοκληρώνεται με το "L'Amico Suicida". Πρόκειται για ένα 13 λεπτό έπος όπου η έμπνευση της μπάντας φτάνει σε ασύλληπτα επίπεδα.
Το lp έκανε αρκετή εντύπωση στους λάτρεις του ιδιώματος την εποχή που κυκλοφόρησε. Εντούτοις οι πωλήσεις δεν ήταν μεγάλες, με αποτέλεσμα το συγκρότημα να διαλυθεί το 1975 και ενώ είχε ήδη ηχογραφήσει την επόμενη προσπάθεια του. Τελικώς ,ο διάδοχος του ομώνυμου ντεμπούτου έμελλε να κυκλοφορήσει το 1992 υπό τον γενικό τίτλο “Il Tempo della Semina “. Χωρίς να φτάνει τα επίπεδα του προκατόχου του, είναι εξαιρετικό.
Συνολικά το “Biglietto per l'Inferno” κατάφερε, παρά την τότε εμπορική αποτυχία, να μείνει στην Ιστορία ως μία από τις κλασικότερες στιγμές του ιταλικού progressive rock, και όσοι ασχολούνται με τον προοδευτικό ήχο της δεκαετίας , οφείλουν να το αναζητήσουν.



Comments