top of page

CONTROVERSIAL ALBUMS PART 8:

  • Jun 8, 2017
  • 6 min read

Rory Gallagher- "Fresh Evidence" (Capo, 1990)

« Πως είναι να είσαι ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο; Δεν ξέρω , ρωτήστε τον Rory Gallagher..». Η παραπάνω φράση αποδίδεται στον Jimi Hendrix, εντούτοις αρκετοί αμφισβητούν το κατά πόσο ειπώθηκε πραγματικά. Σε κάθε περίπτωση , ο θαυμασμός που έτρεφε ο κολοσσιαίος Αμερικανός κιθαρίστας για τον Ιρλανδό συνάδελφο του, ήταν υπαρκτός ,όπως και το αποτύπωμα του Gallagher στην ευρύτερη rock μουσική, με αρκετούς ακόμη σπουδαίους της εξάχορδης να έχουν κατά καιρούς καταθέσει τον σεβασμό τους, αλλά και να «δείχνουν» την επιρροή του , μέσα από τη μουσική τους. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα αποτελούν κιθαρίστες όπως ο The Edge των U2, ο Slash, ,ο Johnny Marr (Smiths ),o Davy Knowles,o Janick Gers (Iron Maiden), o James Dean Bradfield (Manic Street Preachers),o Glenn Tipton (Judas Priest),o Vivian Campbell (Dio,Def Leppard),o Gary Moore, και ο Joe Bonamassa.


Τα παραπάνω δείχνουν την σπουδαιότητα του Rory Gallagher, μίας πραγματικής ιδιοφυΐας που άλλαξε τον τρόπο που παίζεται η κιθάρα τόσο μέσα από τη μπάντα που έγινε γνωστός , τους Taste , όσο κυρίως μέσα από τη σπουδαία σόλο πορεία του. Μια πορεία που ξεκίνησε δισκογραφικά το 1971 με το πρώτο του ομώνυμο δίσκο για να λήξει το 1990 με το εδώ παρουσιαζόμενο album, το οποίο και είναι ένα από τα πλέον παραγνωρισμένα της μεγάλης του πορείας.


Ξεκινώντας την αναφορά στο συγκεκριμένο δίσκο, είναι σωστό να επισημανθεί το γεγονός ότι η δεκαετία του 1980 είχε φέρει σημαντικές αλλαγές στην πορεία του χαρισματικού κιθαρίστα . Αυτό συνέβη γιατί μετά από μία «γεμάτη» δισκογραφικά περίοδο , όπως ήταν τα 70s, που χαρακτηρίστηκε από την κυκλοφορία 8 στούντιο άλμπουμ και 2 live ,μεταξύ των οποίων και αριστουργήματα όπως τα“Calling Card”(1976), “Photo Finish” (1978) και “Top Priority” (1979), o Gallagher αποφάσισε να ηχογραφεί λιγότερο, δίνοντας έμφαση στις ζωντανές εμφανίσεις και τις περιοδείες. Στα πλαίσια μάλιστα μίας εξ αυτών , πραγματοποιήθηκε και η πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα, στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας το 1981,μια εμφάνιση που έμελλε να περάσει στην Ιστορία. Η συγκεκριμένη απόφαση σίγουρα δεν ήταν εύκολη και εμπεριείχε αρκετό ρίσκο, καθώς εκείνη την εποχή η κατάσταση στη διεθνή δισκογραφία «επέβαλε» τις συχνές κυκλοφορίες. Παρόλα αυτά ο Ιρλανδός ήταν ήδη καταξιωμένος και είχε τις δυνατότητες να πράξει κάτι τέτοιο. Στα παραπάνω σίγουρα συνέτεινε και το γεγονός της διαρκούς επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του , που από ένα σημείο και μετά άρχισε να του στερεί τις επιπλέον αντοχές.


Ταυτόχρονα , η μουσική σκηνή είχε αλλάξει άρδην στις απαρχές των 80s , και το «παλιομοδίτικο» hard blues/rock έμοιαζε να ηχεί «εκτός εποχής», παρότι υπήρχαν κιθαρίστες όπως ο ιδιαιτέρως υποτιμημένος Καναδός Frank Marino που συνέχιζαν να το υπηρετούν με πίστη , αν και σε αρκετές περιπτώσεις ο διεθνής μουσικός Τύπος τους χαρακτήριζε ως αντιγραφείς του Jimi Hendrix. Το γεγονός αυτό είχε επιπτώσεις στην εμπορική πορεία των 2 LP’s που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, που δεν ήταν άλλα από τα “Jinx”(1982) και “Defender”(1987). Αντιθέτως ιδιαίτερο αντίκτυπο δεν υπήρξε όσον αφορά το μουσικό ύφος , το οποίο και παρέμεινε πιστό στις ρίζες του Gallagher, με μόνες διαφοροποιήσεις την ελαφρώς πιο bluesy χροιά (τα album του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970, έτειναν αρκετά προς το hard rock), και τις παραγωγές που έγιναν ελαφρώς πιο «πλαστικές», όπως επέβαλλε το πνεύμα της περιόδου. Οι συγκεκριμένοι δίσκοι δεν έφταναν σε ποιότητα τους προκατόχους τους, εντούτοις ήταν εξαιρετικοί με ορισμένα πολύ όμορφα κομμάτια όπως τα “Easy Come, Easy Go” και “Kickback City”.



Συνεχίζοντας σε αυτό το μοτίβο και παρά το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του πήγαινε όλο και χειρότερα, ο Gallagher ξεκίνησε να ετοιμάζει αργά αλλά σταθερά το επόμενο βήμα του , που έμελλε να εμφανιστεί στις προθήκες των δισκοπωλείων την Πρωτομαγιά του 1990 , μέσω της Capo ,που αποτελούσε το δισκογραφικό «σπίτι» του μεγάλου Ιρλανδού εκείνη την εποχή. Το album έφερε τον τίτλο “Fresh Evidence” και σε αυτό ο Rory είχε την αρωγή του μόνιμου μπασίστα του , Gerry Mc Avoy, αλλά και του drummer Brendan O’Neil. Ο τελευταίος αποτελούσε συνοδοιπόρο του από το 1981 και μετά.


To album, που όπως αναφέρθηκε και παραπάνω ήταν η τελευταία studio ηχογράφηση του Rory Gallagher, είχε ορισμένα πρωτοφανή χαρακτηριστικά , καθώς ο σπουδαίος Ιρλανδός χρησιμοποίησε περισσότερους μουσικούς και πέρασε περισσότερο χρόνο εγγραφής από ό, τι συνήθως. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν 4 διαφορετικά studios, τα Maison Rouge, Redan Recorders, Music Station και Audio One. Μεταξυ των μουσικών που συμμετείχαν ήταν οι Lou Martin(πλήκτρα), Mark Feltham (φυσαρμόνικα), Geraint Watkins(ακορντεόν), John "Irish" Earle (σαξόφονο, γνωστός και από τη συμμετοχή του στο θρυλικό “Live And Dangerous” των Thin Lizzy, όπου και συνεισφέρει ένα χαρακτηριστικότατο solo ), Ray Beavis (σαξόφωνο) και Dick Hanson (τρομπέτα).


Τα τραγούδια και η εν γένει ατμόσφαιρα έδειχναν την αγάπη του για τους αρχετυπικούς μπλουζ καλλιτέχνες, ιδίως του Αμερικάνικου Νότου ,όπως ο Robert Johnson και ο Son House και για άλλα είδη όπως το Zydeco. Εντύπωση προκαλούν και οι στίχοι. Με μία θεματολογία ιδιαιτέρως πλούσια εξερευνώντας ακόμη και θέματα σχετικά με το θάνατο αλλά και τις παντός είδους "δοκιμασίες" που βιώνει ένας άνθρωπος. Δείχνει το γεγονός ότι τα προβλήματα υγείας του Gallagher άρχισαν να τον πλέον να κάνουν εμφανή την παρουσία τους.


Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Ιρλανδός έδωσε αρκετές συνεντεύξεις όπου αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στις συνθέσεις. Τόνισε πώς ο δίσκος ήταν μία ακόμη «δήλωση» για τη μουσική του, η οποία και μορφοποιήθηκε με τη μελέτη της κληρονομιάς θρύλων όπως ο Muddy Waters.


Το "Kid Gloves" ανοίγει το δίσκο σε ιδιαίτερα groovy ρυθμούς, και θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε δίσκο της δεκαετίας του 1970. Είναι ένα από τα πολλά τραγούδια του Gallagher ,που συναντάται θεματολογία εμπνευσμένη από τα αγαπημένα του film noir. Το "The King Of Zydeco" εμπνέεται από τη μουσική του Clifton Chenier, τον οποίο ο Gallagher αποκαλούσε "B.B. King του Zydeco". Ο Chenier πέθανε πριν ο Gallagher μπορέσει να τον συναντήσει και η λύπη για την χαμένη ευκαιρία συνύπαρξης έδωσε έμπνευση για το τραγούδι. Μουσικά «χάνεται» και αυτό στα βάθη του αμερικάνικου Νότου με το τρομερό solo και το ακορντεόν να του δίνουν ένα πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα. Το ίδιο μπορεί κανείς να ισχυριστεί κανείς και για το ιδιαιτέρως ρυθμικό "Middle Name", με τη μουσική να είναι επηρεασμένη από το blues μύθο Slim Harpo.

Ακολουθεί το κομμάτι “Alexis”. Αποτελεί φόρο τιμής στον «πατριάρχη» των βρετανικών blues Alexis Korner, και είναι ένα εξαιρετικό ορχηστρικό κομμάτι με τρομερά κιθαριστικά μέρη. Η πρώτη πλευρά ολοκληρώνεται με το "Empire State Express", που αποτελεί διασκευή στο ομώνυμο κομμάτι του bluesman Son House, με τον χαρισματικό κιθαρίστα να «κεντάει» στην εξάχορδη.



Το “Ghost Blues” ανοίγει τη δεύτερη πλευρά του LP .Instrumental διάρκειας 8 λεπτών , εξαιρετικά ρυθμικό και «ταξιδιάρικο», με τη φυσαρμόνικα να επιτείνει αυτή τη διάθεση.

Ο Rory έχει δηλώσει ότι το τραγούδι "Heaven’s Gate" είναι για έναν άνθρωπο που κάνει τις τελευταίες του σκέψεις και επίσης λέει στους ανθρώπους ότι δεν μπορούν να δωροδοκήσουν τον Άγιο Πέτρο. Η έμπνευσή του για το τραγούδι είναι το blues κομμάτι "Hellhound On My Trail" του Robert Johnson. Για ακόμη μία φορά τρομερό groove και κιθαριστικά μέρη.

Το "Loop" είναι ένα αρκετά jazzy instrumental, κάτι που το κάνει να ξεχωρίζει μέσα στο δίσκο.

Το "Walking Wounded" είναι ένα τραγούδι για έναν άνθρωπο που είναι «κάτω», αλλά εξακολουθεί να αγωνίζεται(σαφώς επηρεασμένο από τα προβλήματα υγείας του Rory). Μουσικά κάνει αίσθηση με την πιο hard rock προσέγγιση του. Το ίδιο ισχύει και για το "Slumming Angel" που κλείνει το album, που παραπέμπει ευθέως σε κυκλοφορίες όπως το “Photo Finish”.



Ο δίσκος δεν μπόρεσε να αποκτήσει μεγάλη απήχηση εμπορικά, καθώς αποδείχτηκε αποτυχία από άποψη πωλήσεων. Πιο συγκεκριμένα δεν μπόρεσε να μπει στα βρετανικά charts , ενώ και οι κριτικές που έλαβε ήταν ανάμεικτες. Σε αυτό το σημείο ωστόσο είναι απαραίτητο να επισημάνουμε , ότι ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων Άγγλων δημοσιογράφων εκφράστηκαν αρνητικά για το album , ήταν ότι το τελευταίο ηχούσε εκτός ..εποχής, ένα επιχείρημα που μάλλον αποδείκνυε μία επιδερμική σχέση των κριτικών αυτών με το πνεύμα και την ουσία της μουσικής του μέγιστου Rory.


Την κυκλοφορία ακολούθησαν εκτεταμένες περιοδείες, με τον Gallagher να έχει εκ των προτέρων ανακοινώσει πως στρέφεται αποκλειστικά σε αυτές. Ωστόσο ο συνδυασμός της εκτεταμένης κατανάλωσης αλκοόλ με την φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε για να αντιμετωπίσει τη φοβία του για τις πτήσεις , επιδείνωνε την κατάσταση του. Στις αρχές του 1995 ακύρωσε προγραμματισμένες εμφανίσεις στην Ευρώπη και λίγο καιρό αργότερα μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε νοσοκομείο του Λονδίνου, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 14 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Άφησέ πίσω του μία τεράστια κληρονομιά από υπέροχα, αθάνατα τραγούδια που θα αποτελούν εσαεί «φάρο» για όσους το rock είναι κάτι παραπάνω από ένα είδος μουσικής.








Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page