ROCK DOCUMENTARIES PART 1:
- Jun 18, 2017
- 6 min read

"Jason Becker:Not Dead Yet" (Jesse Ville, 2012)
Αυτή την εβδομάδα, το vinyl stories εγκαινιάζει μία νέα στήλη , που θα εμφανίζεται πιο αραιά και δεν θα αναφέρεται σε δίσκους, αλλά σε documentaries που αφορούν το rock . Η παραπάνω επιλογή γίνεται σε μια προσπάθεια περαιτέρω διεύρυνσης των "οριζόντων" αυτού του blog, μέσω μιας στήλης η οποία θα προσεγγίζει τη μουσική διαφόρων δημιουργών και σχημάτων μέσα από μία διαφορετική σκοπιά.
Κάνοντας μία μικρή αναδρομή στα πλαίσια αυτής της εισαγωγής, μπορούμε να πούμε ότι από τη δεκαετία του 2000 και μετά, τα documentaries μπήκαν για τα καλά στη ζωή των φίλων της rock μουσικής, κάτι που οφειλόταν τόσο στην άνοδο του DVD ως οπτικοακουστικού μέσου εκείνη την εποχή , όσο και στην απήχηση τηλεοπτικών σταθμών που παρουσίαζαν κατά κόρον τέτοιου είδους παραγωγές (π.χ VH1, BBC4). Στην περίοδο της κυριαρχίας του youtube , η τάση αυτή δεν μειώθηκε , απεναντίας διευρύνθηκε , με τους απανταχού μουσικόφιλους να έχουν μία μεγάλη γκάμα επιλογών.
Όπως είναι λογικό, η ποιότητα αυτών των ντοκιμαντέρ ποικίλει , με ορισμένα να είναι πολύ αξιόλογα και άλλα να μην ξεφεύγουν από τη μετριότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι κάποιες παραγωγές γίνονται από συγκροτήματα ή καλλιτέχνες , ενώ άλλες είναι «ανεξάρτητες».
Στο παρόν κείμενο , θα ασχοληθούμε με το documentary «Jason Becker: Not Dead Yet» του Jesse Ville που βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες τον Μάρτιο του 2012 και έχει κερδίσει πληθώρα βραβείων. Το έργο αφορά τη συγκλονιστική ιστορία του κιθαρίστα Jason Eli Becker, την οποία και εξετάζει διεξοδικά.
Γεννημένος στις 22 Ιουλίου του 1969 στο Richmond της California, σε μια πολυεθνική όσο και πολυσυλλεκτική γειτονιά και μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική κυριαρχούσε , ο Jason άρχισε να δείχνει από πολύ μικρός την κλήση του προς αυτήν, ενώ γρήγορα κατέστη σαφές ότι επρόκειτο για ένα ταλέντο , που άγγιζε τα όρια της ιδιοφυΐας . Αρκετοί ξεκίνησαν να τον χαρακτηρίζουν «παιδί-θαύμα”. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή γονιών και παιδιού. Εδώ όμως δεν συνέβη κάτι αντίστοιχο , κυρίως γιατί, για τον πιτσιρικά Becker, το μόνο που είχε σημασία ήταν η μουσική και η ανάγκη του να εκφράσει τον εαυτό του μέσω αυτής. Σε όλα τα παραπάνω υπήρξε αρωγός και η απόλυτα προσγειωμένη, συνειδητοποιημένη και συνετή στάση των γονιών του.
Η πρώτη μεγάλη μουσική «αγάπη» του νεαρού δεν ήταν άλλη από τους δίσκους του Bob Dylan , καθώς ο πατέρας του ήταν μέγιστος θαυμαστής του κολοσσιαίου Αμερικανού τραγουδοποιού. Αυτό σήμαινε ότι πολύ γρήγορα ο Becker μπορούσε να αποδώσει ένα μεγάλο μέρος των κομματιών του Dylan στην κιθάρα του .Και αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Με την πάροδο του χρόνου, όσο διευρύνονταν τα ακούσματα , τόσο διευρυνόταν και οι κιθαριστικές του δεξιότητες, καθώς ο μικρός ήθελε να μοιάσει στους «ήρωες» του , που δεν ήταν άλλοι από μεγάλους «γητευτές» της εξάχορδης, όπως οι Eric Clapton, Jimi Hendrix και Eddie Van Halen.
Την περίοδο 1982-1984, ο έφηβος πλέον Becker, παρακολουθεί τη heavy metal σκηνή της εποχής, καθώς το είδος είχε αρχίσει να γνωρίζει πολύ μεγάλη άνθηση στις Η.Π.Α. Παράλληλα ανακάλυπτε τους μεγάλους συνθέτες και δεξιοτέχνες της κλασικής μουσικής (Bach, Paganini). Τότε ήταν που ήρθε σε επαφή με τη μουσική ενός νεαρού κιθαρίστα από τη Σουηδία με νεοκλασικές επιρροές και απαράμιλλη τεχνική: Ο λόγος για τον Yngwie J. Malmsteen. Ο δίσκος του τελευταίου “Yngwie J. Malmsteen’s Rising Force” (1984), έγινε ορόσημο για μία ολόκληρη γενιά κιθαριστών, του Jason συμπεριλαμβανομένου, ενώ ο όρος “shredding” (ταχύτατο και ακριβές κιθαριστικό παίξιμο), μπήκε για τα καλά στη ζωή των απανταχού metal fans.
Εκτελώντας ένα κομμάτι από το συγκεκριμένο album , το “Black Star” , o Becker κέρδισε το πρώτο βραβείο σε έναν τοπικό διαγωνισμό, και συνέχισε διακρινόμενος σε αρκετούς ακόμη. Ήταν σαφές ότι η πόλη όπου μεγάλωσε δεν τον «χωρούσε» πλέον. Μέσω ενός demo, ήρθε σε επαφή μαζί του ο Mike Varney . Πρόκειται για τον άνθρωπο που ανακάλυψε και έφερε στην Αμερική τον Malmsteen, ενώ η δισκογραφική εταιρεία που είχε ιδρύσει , η Shrapnel Records, αποτέλεσε «φυτώριο» εκείνη την εποχή, για πληθώρα «εκκολαπτόμενων» βιρτουόζων, δημιουργώντας ολόκληρη «σχολή».
Ο Varney ήταν αυτός που είχε την ιδέα να εντάξει τον Becker στο σχήμα των Cacophony , όπου και υπήρχε ένας ακόμη υπερ-ταλαντούχος κιθαρίστας , ο Marty Friedman (μετέπειτα στους Megadeth, με τους οποίους έκανε μεγάλη καριέρα) , που ήταν γνωστότερος , καθώς είχε ήδη παρουσία στη δισκογραφία μέσω της πρώτης μπάντας του , των Hawaii. Με τους Peter Marrino (φωνή) και Atma Anur( τύμπανα), να πλαισιώνουν τους χαρισματικούς μουσικούς (το μπάσο ανέλαβε ο Friedman),το συγκρότημα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του, με τίτλο “Speed Metal Symphony» το 1987. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γονείς του Becker είχαν κάνει ειδική συμφωνία με το σχολείο του(!) , ώστε να μπορεί ο τελευταίος να συνδυάζει φοίτηση και ηχογραφήσεις. Ο δίσκος θεωρείται μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στο επονομαζόμενο neoclassical metal, ενώ υποδεέστερο αλλά εξαιρετικό είναι και το επόμενο “Go off” του 1988. Την ίδια χρονιά ο Becker κυκλοφορεί και την πρώτη προσωπική του δουλειά, το “Perpetual Burn”. Το άλμπουμ είναι instrumental, ενώ οι κλασικότροπες επιρροές του Becker είναι εμφανέστατες και συνδυάζονται με ποικίλες αναφορές σε jazz και fusion, με τον δημιουργό να βλέπει την φήμη του να γιγαντώνεται.
Το παραπάνω είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί ενώπιον μεγάλων συνεργασιών. Πιο συγκεκριμένα η πρόταση ήρθε από τη μπάντα του David Lee Roth, πρώην –τότε- τραγουδιστή των Van Halen, που έβλεπε στο πρόσωπο του 21χρονου Jason τον ιδανικό αντικαταστάτη του μεγάλου Steve Vai, που είχε μόλις αποχωρήσει. Παρά το μεγάλο όνομα που κλήθηκε να αντικαταστήσει, ο Becker δεν φοβήθηκε την πρόκληση, αποδεχόμενος την πρόταση αυτή.
Όλα πήγαιναν ιδανικά μέχρι που τα πράγματα άλλαξαν απότομα. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του νέου album του David Lee Roth με τίτλο “A Little Ain’t Enough”(1991), ο Becker άρχισε να νιώθει τις πρώτες ενοχλήσεις στα πόδια , ενώ υπήρχαν στιγμές που έχανε την ισορροπία του. O μουσικός δεν ήθελε να δώσει σημασία, εντούτοις όταν υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, η διάγνωση «πάγωσε» τους πάντες: Αmyotrophic Lateral Sclerosis (ALS), δηλαδή Πλευρική Μυατροφική Σκλήρυνση (νόσος του Lou Gehrig), με αναμενόμενο εναπομείναντα χρόνο ζωής, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις, από τρία έως πέντε χρόνια!
Το αρχικό σοκ, διαδέχτηκαν πολλά ακόμη, καθώς η συγκεκριμένη ασθένεια είναι ιδιαιτέρως επιθετική , με αποτέλεσμα σταδιακά ο Jason να δει τους μύες του να ατροφούν, να απωλέσει τη δυνατότητα της ομιλίας, να αρχίσει να χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι, ενώ μετά από κάποια χρόνια χρειάστηκε και τραχειοτομή για να μπορεί να αναπνέει. Οι μόνοι μύες που μπορεί να κινήσει είναι αυτοί των ματιών του.
Παρά τη διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του, ο χαρισματικός μουσικός ουδέποτε σταμάτησε να αντιμετωπίζει τη ζωή του με αισιοδοξία, και σε συνδυασμό με την υποστήριξη που του παρείχε η οικογένεια και οι φίλοι του. Έτσι κατάφερε να επιβιώσει και να συνεχίσει να συνθέτει νέα μουσική!! Αυτό επετεύχθη μέσα από ένα σύστημα επικοινωνίας που εφηύρε ο πατέρας του. Στο σύστημα αυτό, έγραψε την αλφάβητο σε έναν πίνακα «μεταφράζοντας» κάθε γράμμα σε κινήσεις των ματιών. Με τον τρόπο αυτό ο Becker «σχηματίζει» λέξεις αλλά και νότες. Ταυτόχρονα, η βελτίωση της τεχνολογίας στάθηκε ιδιαίτερα βοηθητική σε αυτήν την περίπτωση, καθώς με την πάροδο του χρόνου η διαδικασία σύνθεσης νέας μουσικής συντελείται και με τη βοήθεια υπολογιστή ,μέσα από ένα ειδικό πρόγραμμα που δημιουργήθηκε από φίλους του. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι και τo «Perspective» του 1995 , το πρώτο album στην ιστορία της μουσικής που συνέθεσε άνθρωπος που έπασχε από ALS.
Η πόλη που μεγάλωσε και ζει, το Richmond, έχει καθιερώσει μία μέρα του Μαΐου ως ημέρα Jason Becker, ενώ ο ίδιος ο κιθαρίστας ανακοίνωσε τον Οκτώβρη του 2016, ότι ετοιμάζει νέο δίσκο, ζητώντας από τον κόσμο να συνεισφέρει στα έξοδα ηχογράφησης και παραγωγής , σε μια καμπάνια που γνώρισε επιτυχία.
Το 2012 προβλήθηκε και το εδώ παρουσιαζόμενο documentary, το οποίο είναι πραγματικά ξεχωριστό. Εξιστορεί τη διαδρομή της ζωής του μουσικού, ενώ βάζει σε πρώτο πλάνο τους πρωταγωνιστές , δηλαδή τον ίδιο και την οικογένεια του. Δεν λείπουν και οι διάσημοι συνάδελφοι του (Joe Satriani, Steve Vai, Gregg Bissonette), που καταθέτουν την άποψη τους για το πραγματικά –μοναδικό στα μουσικά χρονικά-φαινόμενο που ονομάζεται Jason Becker.
Αυτό που μένει στο θεατή είναι κυρίως η στάση του κιθαρίστα , ο οποίος πραγματικά αποτελεί υπόδειγμα ελπίδας και θάρρους, όπως και οι κοντινοί του άνθρωποι, ενώ αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι παρά το «βαρύ» της θέμα , αλλά και το γεγονός ότι αποτελεί έναν «ύμνο» στην ανθρώπινη θέληση και στην δύναμη της μουσικής, η ταινία δεν γίνεται δακρύβρεχτη, ούτε καταφεύγει σε αφελείς (βλ. Coelho) θεωρήσεις. Αντιθέτως αποφεύγει να παρουσιάσει την πραγματικότητα «ωραιοποιημένη» , δίνοντας εικόνες από την καθημερινότητα του Becker και το γεγονός ότι παραμένει κοινωνικά ενεργός στην κοινότητα όπου ζει, ενώ εντύπωση προκαλεί το χιούμορ με το οποίο αντιμετωπίζει την κατάσταση του.
Σε κάθε περίπτωση το “Jason Becker:Not Dead Yet” είναι ένα εξαιρετικό , συγκινητικό και βαθιά «ανθρώπινο» ντοκιμαντέρ , που αξίζει να το ψάξουν ακόμη και όσοι δεν έχουν εντρυφήσει στην μουσική αυτού του πραγματικά χαρισματικού ανθρώπου.



Comments