CONTROVERSIAL ALBUMS PART 9:
- Sep 6, 2017
- 6 min read

Pain Of Salvation - "Road Salt One " (Inside Out , 2010)
Οι Σουηδοί Pain Of Salvation είναι μία από τις πλέον ιδιαίτερες περιπτώσεις συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν τα τελευταία 20 + χρόνια . Τοποθετημένοι εξαρχής σε κλασικά hard/heavy rock πλαίσια, δημιουργήθηκαν στην σουηδική κωμόπολη της Eskilstuna υπό το όνομα Reality στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από το εντεκάχρονο παιδί-θαύμα Daniel Gildelow , που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Αλλάζοντας συχνά μέλη, λίγα χρόνια αργότερα , το 1987 συμμετείχαν στο μουσικό διαγωνισμό "Rock-SM", όντας μάλιστα το νεότερο σε ηλικία σχήμα, που εμφανίστηκε ποτέ εκεί, καθώς τα μέλη του , ήταν όλα μαθητές. Μάλιστα ο maiman του σχήματος κέρδισε και το βραβείο για τον καλύτερο τραγουδιστή εκείνης της διοργάνωσης.
Φτάνοντας πλέον στο 1990, τα μουσικά ακούσματα των μελών της μπάντας είχαν διευρυνθεί, ενώ πλέον ο Daniel είχε βρει και πιο σταθερούς «συμπαραστάτες» για το μουσικό του όραμα, στα πρόσωπα των Johan Langell (τύμπανα) και Gustav Hielm (μπάσο). Ενήλικας πλέον από το 1991 , ο ηγέτης του σχήματος , αποφασίζει ότι είχε έρθει η ώρα το τελευταίο να λειτουργήσει πιο επαγγελματικά, κάτι που φαίνεται και από την αλλαγή του ονόματος από Reality σε Pain Of Salvation , ένα όνομα που σύμφωνε με τον ίδιο «είχε να κάνει –μεταφορικά-με την έννοια της εσωτερικής ισορροπίας του κάθε ανθρώπου , μέσα από το ταξίδι της ζωής» . Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τα ακούσματα είχαν εμπλουτιστεί, με σχήματα όπως οι Faith No More , που αποτελούσαν πλέον ένα από τα αγαπημένα συγκροτήματα του Gildenlow, αλλά και το όλο και πιο αναπτυσσόμενο progressive metal, που με μπροστάρηδες μπάντες σαν τους Queensryche, Dream Theater, Fates Warning, έκανε πιο αισθητή την παρουσία του, επαναφέροντας στην επικαιρότητα τον prog ήχο, που είχε βρεθεί για πολλά χρόνια σε μια περίοδο παρακμής.
Ήταν σαφές ότι οι Σουηδοί επιθυμούσαν διακαώς μια πιο τεχνική και «σοφιστικέ» προσέγγιση , τόσο σε ηχητικό όσο και στιχουργικό επίπεδο, καθώς ο Daniel ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε concepts, επηρεασμένος καθοριστικά από τις μπάντες –μύθους της δεκαετίας του 1970. Ταυτόχρονα το σχήμα επιδείκνυε πραγματική «προοδευτική» νοοτροπία , μη διστάζοντας να ενσωματώσει στη μουσική του ετερόκλητες επιρροές από μπάντες όπως οι Beatles, αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Jeff Buckley και ο Leonard Cohen.
Με τη σύνθεση του συγκροτήματος να κατασταλάζει στους Daniel Gildenlöw (κιθάρα, φωνητικά), Daniel Magdic (κιθάρα), Johan Langell (τύμπανα), Fredrik Hermansson (πλήκτρα) και την θέση του μπασίστα να καλύπτεται από τον μικρότερο αδελφό του Daniel, Kristoffer Gildenlow, οι Pain Of Salvation , έχοντας πλέον και αρκετή συναυλιακή εμπειρία , αποφασίζουν να ξεκινήσουν ηχογραφήσεις. Πρώτος «καρπός» αυτής της προσπάθειας , ήταν το demo «Hereafter”το 1996 , που έκανε το όνομα του σχήματος να «ακουστεί» ιδιαίτερα στους underground κύκλους, καθώς φανέρωνε μία progressive metal μπάντα που χωρίς να βάζει τις επιρροές της σε στεγανά, προσπαθούσε να παρουσιάσει κάτι καινοτόμο, αποφεύγοντας να «κοπιάρει» τους Dream Theater, μια «παγίδα» στην οποία έπεφταν πολλά από τα ομόηχα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου. Χαρακτηριστικά ήταν η μελαγχολική «σκανδιναβική» ατμόσφαιρα της μουσικής και τα εντυπωσιακά φωνητικά του χαρισματικού frontman που έβριθαν συναισθηματισμού και παρέπεμπαν σε τραγουδιστές όπως ο Geoff Tate( Queensryche) και ο Roy Khan( Conception, Kamelot), διατηρώντας όμως έντονο το προσωπικό στοιχείο. Η αναφορά στους Conception δεν έγινε τυχαία, καθώς οι επιρροές από την κατάφωρα αδικημένη νορβηγική μπάντα , ήταν εμφανέστατες .
Το demo οδηγεί τους Pain Of Salvation σε υπογραφή συμβολαίου την επόμενη χρονιά με την Inside Out, μία ανεξάρτητη εταιρία που ειδικευόταν στο progressive. Ακολουθεί το ντεμπούτο τους με τίτλο “Entropia”που κυκλοφορεί το 1997 αρχικά στη Ιαπωνία( το prog metal ήταν πολύ δημοφιλές εκεί την συγκεκριμένη περίοδο), για να ακολουθήσει και η Ευρώπη , ένα χρόνο μετά. Το 1998 είναι επίσης η χρονιά , κατά την οποία κυκλοφορεί και το δεύτερο πόνημα της μπάντας με τίτλο “One Hour By the Concrete Lake”. Όπως και το “Entropia” κινείται σε αντίστοιχο ύφος, εντυπωσιάζοντας τους οπαδούς του είδους . Και όπως αποδείχτηκε αυτή ήταν μόνο η αρχή. Με το ξεκίνημα της νέας δεκαετίας, τα “Perfect Element pt.1” και “Remedy Lane” ,(2000 και 2002 αντιστοίχως), αποτελούν δύο αριστουργήματα που καθιερώνουν το συγκρότημα σε ένα ευρύτερο κοινό. Οι κοινές περιοδείες με σχήματα όπως οι Dream Theater, τους δίνουν ακόμη μεγαλύτερη εμπειρία στο σανίδι, και πλέον αρκετοί είναι αυτοί που αναμένουν τα επόμενα βήματα τους.
Το 2004 αποδεικνύεται χρονιά-σταθμός .Τότε είναι που βγαίνει στα ράφια των δισκοπωλείων το “Be”, ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο concept album., που καταπιάνεται με το ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης , μέσα από κάθε πιθανή πτυχή. Με λιγότερα metal στοιχείο, και πλήθος κλασικών , jazz και folk επιρροών, ενθουσιάζει μεγάλο μέρος των fans, απογοητεύοντας όμως κάποιους άλλους , λόγω της αλλαγής κατεύθυνσης. Αυτό οδηγεί τον Daniel, να δημιουργήσει ένα δίσκο όπως το “Scarsick”(2007), που αποτελεί , κατά κάποιον τρόπο, την ηχητική «επιστροφή» του σχήματος σε πιο σκληρούς ήχους , παρότι είναι αρκετά διαφορετικό από τις δουλειές της περιόδου 1997-2002, με τις επιρροές από Faith No More να τονίζονται, δίνοντας ιδιαίτερο χαρακτήρα στο lp , που στιχουργικά αποτελούσε τη συνέχεια του “Perfect Element pt.1”.
Παρόλα αυτά, η κρίση στο εσωτερικό του σχήματος ήταν πιο κοντά από όσο φαινόταν. Με ένα γαϊτανάκι συνεχών εναλλαγών να ξεκινά, η μπάντα βρίσκεται την περίοδο 2009-2010, σε ένα σταυροδρόμι της πορείας της. Κυκλοφορόντας ένα live δίσκο , το “Second Death Of Pain Of Salvation”, κλείνει το προηγούμενο κεφάλαιο ,και αρχίζει τις ηχογραφήσεις για την επόμενη δουλειά, που ανακοινώνεται ότι θα βγει σε δύο μέρη.
To πρώτο εξ αυτών κυκλοφορεί την άνοιξη του 2010 έχοντας τον τίτλο “Road Salt One”.Υπήρξε το αποτέλεσμα μίας σειράς εξελίξεων τις προηγούμενης περιόδου, που είχαν προξενήσει σε αρκετές περιπτώσεις, απορία και σκεπτικισμό στις τάξεις των οπαδών του συγκροτήματος. Αρχικά, ο drummer Johan Langell αποτέλεσε παρελθόν με τον Leo Margarit να τον αντικαθιστά.
Ωστόσο το γεγονός που σόκαρε τους οπαδούς ήταν η επιλογή του frontman , να δώσει η μπάντα το παρόν στα σουηδικά προκριματικά για τον διαγωνισμό της Eurovision, μια απόφαση , που φαντάζει, έως σήμερα ακατανόητη. (Για την ιστορία το ομώνυμο κομμάτι από το επερχόμενο άλμπουμ, δεν κατόρθωσε να πάρει το χρίσμα για συμμετοχή στο διαγωνισμό). Ο Gildenlow, είχε δικαιολογήσει αυτή την επιλογή , λέγοντας ότι ήθελε να δώσει μια διαφορετική «νότα» στο εν λόγω πανηγυράκι, κάτι που εντέλει μάλλον δεν κατέστη εφικτό.
Το πιο σημαντικό , όμως που προβλημάτισε τους οπαδούς ήταν ο δίσκος αυτός καθαυτός, καθότι, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αρκετά μακριά από το παραδοσιακό ύφος του συγκροτήματος. Με πλείστες jazz, folk και 70s επιρροές , καθώς και με πιο «οργανική» παραγωγή, αποτελούσε με διαφορά το πιο ιδιαίτερο πόνημα της μπάντας , μέχρι εκείνου του σημείου.
Παρόλα αυτά δεν μπορούσε να ισχυριστούμε ότι ήρθε ως «κεραυνός εν αιθρία», καθώς ένα χρόνο πριν το ep “Linoleum”, είχε δώσει το στίγμα , αφού περιείχε κομμάτια που έμελλε να βρεθούν στα δύο “Road Salt”. Γνωρίζοντας ότι προχώρησε σε μία μεγάλη ηχητική αλλαγή, η μπάντα προσπάθησε με αυτήν την κυκλοφορία να «συστήσει» το νέο της ύφος στους οπαδούς, ένα ύφος που ξετυλίχθηκε στην ολότητα του σε πρώτη φάση , στο εδώ παρουσιαζόμενο album.
Το οποίο και ξεκινάει με το "No Way" το «μπάσιμο» του οποίου, που προκαλεί ερωτηματικά , παραπέμποντας σε κλασικά σχήματα της δεκαετίας του 1970,με μία παραγωγή που όπως προαναφέρθηκε, δεν θυμίζει σε τίποτα τις μέχρι τότε δουλειές τους και στίχους που δίνουν το στίγμα του δίσκου . Το "She Likes To Hide" που ακολουθεί είναι όμορφο, αργό κομμάτι, με έντονες soul και jazz πινελιές τοποθετημένο στη ροή του lp με τέτοιο τρόπο, ώστε να «οδηγεί» στο εκπληκτικό "Sisters", ένα από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου. Με έντονο δραματικό «χρώμα» και μία ασύλληπτη ερμηνεία του Gildenlow, που πραγματικά συγκινεί. Γενικότερα στη διάρκεια των ετών, έχουν ειπωθεί πολλά για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, δύσκολα όμως κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει το ταλέντο του και τη φωνή του. Το "Of Dust" που παραπέμπει στο "Drifting" (από το “Be”), βασίζεται σε συνδυασμούς που κάνει ο frontman με χορωδία και που μπορούν να χαρακτηριστούν αριστοτεχνικοί. Συνέχεια με το "Tell Me You Don’t Know" που είναι μία «μελέτη» , πάνω στα αμερικανικά Blues . Αντιθέτως το "Sleeping Under The Stars" έχει έντονες επιρροές από τα Musical και τα soundtracks. Αποτελεί όμως και αυτό μία πανέμορφη σύνθεση .
Το "Darkness Of Mine" είναι από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας τα τελευταία 10 χρόνια με όμορφα και «βαρύτερα» κιθαριστικά μέρη, καθώς και ένα δυνατό refrain, στοιχεία που το κάνουν να θυμίζει τις κλασικές δουλειές των Σουηδών. Κάτι που ισχύει και για το "Linoleum" , ένα κομμάτι ήδη γνωστό από το προ ηγηθέν ομώνυμο EP, που αποτελεί και την πιο σκληρή στιγμή εδώ. Πιο Up –tempo ρυθμοί στο "Curiosity" με τα με τις φωνητικές γραμμές να ανεβάζουν επίπεδο τη σύνθεση, που παραπέμπει αδρά και στο “America” από το “Scarsick” του 2007. Το "Where It Hurts" είναι κατά τη γνώμη του γράφοντος το συγκλονιστικότερο τραγούδι του “Road Salt One”.Σε πιο αργές ταχύτητες , με prog διαθέσεις και εξαιρετικές εναλλαγές, καθώς και μία ερμηνεία που βρίθει θεατρικότητας και συναισθήματος. Το κομμάτι συνοδεύτηκε και από ένα πολύ ιδιαίτερο Video-clip που απαγορεύτηκε ως ακατάλληλο, σε αρκετά μέρη του κόσμου . Το ομώνυμο τραγούδι, σε πιο χαμηλούς τόνους είναι εξαιρετικό, χωρίς να φτάνει όμως τα επίπεδα των συνθέσεων που προηγήθηκαν. Αυλαία με το “Innocence” που δεν εντυπωσιάζει, παρότι αξιόλογο.
Οι αντιδράσεις μερίδας οπαδών και τύπου συνεχίστηκαν και με την κυκλοφορία του “Road Salt Two” το 2011. Έκτοτε συνέβησαν πολλά στο στρατόπεδο των Σουηδών, με σημαντικότερη την περιπέτεια της υγείας του Daniel, από την οποία βγήκε, ευτυχώς υγιής.
Το “Road Salt One” αποτελεί , χωρίς αμφιβολία την πιο ιδιαίτερη στιγμή στην καριέρα του σπουδαίου αυτού σχήματος και αξίζει να προσεχθεί, καθώς περιέχει πανέμορφα τραγούδια, που δείχνουν ότι σε όλες τις φάσεις του, το μυαλό του χαρισματικού Daniel είναι ικανό να «γεννήσει» υπέροχη μουσική.



Comments