CONTROVERSIAL ALBUMS PART 10:
- Sep 18, 2017
- 5 min read

Rush - "Test For Echo" (Atlantic , 1996)
Ένα από εκείνα τα συγκροτήματα που αποτελεί παράδειγμα «σταθερότητάς» και «συνέπειας», όσον αφορά τη σύνθεση του , αλλά και τη δισκογραφική του παρουσία είναι οι Rush. Οι μεγάλοι Καναδοί πρωτοπόροι του progressive ήχου, έχουν το ίδιο Line-up (Geddy Lee –μπάσο, φωνητικά, Alex Lifeson-κιθάρα, Neil Peart –τύμπανα )από το 1975 και τα 2ο τους album “Fly By Night” , καθώς και μια ιδιαίτερα μεγάλη δισκογραφία που απαριθμεί 20 studio δίσκους συνολικά.
Η μεγάλη τους πορεία, χαρακτηρίστηκε από σκαμπανεβάσματα και αλλαγές στη μουσική κατεύθυνση, που διατηρούσαν ωστόσο αναλλοίωτο το βασικό τους χαρακτηριστικό: Αυτό του πειραματισμού και της διάθεσης για εξερεύνηση νέων πεδίων. Σε αρκετές περιπτώσεις, στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας τους , δεν δίσταζαν να ενσωματώσουν επιρροές από μεταγενέστερα σχήματα και ιδιώματα. Το τελευταίο , συνέβαινε και γιατί οι 3 μουσικοί είχαν πάντα προσλαμβάνουσες στη μουσική πραγματικότητα της εκάστοτε εποχής, παρακολουθώντας συγκροτήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως ηχητικοί επίγονοι τους.
Έχοντας συμπληρώσει , ήδη 20 χρόνια στη δισκογραφία , στα μέσα της δεκαετίας του 1990 βρίσκονταν σε για άλλη μία φορά εν μέσω ενός ακόμη μουσικού «ταξιδιού», εξελίσσοντας ένα ύφος που είχε ξεκινήσει να διαμορφώνεται από το δίσκο “Roll the Bones” του 1991. Στο συγκεκριμένο album , η μπάντα άρχισε να διαφοροποιείται από τον πιο synth-driven ήχο που χαρακτήρισε τη δεκαετία του ’80, δοκιμάζοντας να επαναφέρει σκληρότερες κιθάρες και πιο rock «διάθεση», χωρίς να αποποιείται τις πιο pop αναφορές. H τάση αυτή συνεχίστηκε στο εκπληκτικό “Counterparts “ του 1993 όπου χαρακτηρίστηκε από ένα απροκάλυπτα heavy ήχο που παρέπεμπε στους δίσκους τη δεκαετίας του 1970, με μία μεγάλη όμως διαφορά. Πλέον οι συνθέσεις χαρακτηριζόντουσαν από μινιμαλισμό και πιο απλή διάθεση, όντας μικρότερες σε διάρκεια.
Έχοντας ως βάση τις καλές κριτικές και την αποδοχή του συγκεκριμένου δίσκου , και πάντα με διάθεση για περαιτέρω πειραματισμό , οι μεγάλοι Καναδοί ξεκίνησαν το 1996 να δουλεύουν πάνω στην επόμενη studio κυκλοφορία τους. Και σε αυτήν την περίπτωση εφάρμοσαν το ρητό που λέει πως ποτέ δεν αλλάζεις ομάδα που κερδίζει, καθώς η μόνη διαφοροποίηση σε σχέση με τον προηγούμενο δίσκο ήταν το στούντιο ηχογράφησης. Έτσι το σχήμα προτίμησε να δουλέψει στα Bearsville Studios της Νέας Υόρκης, στα οποία έχουν κατά καιρούς ηχογραφηθεί σημαντικοί δίσκοι, από πλειάδα ονομάτων της μουσικής βιομηχανίας. Ακόμη χρησιμοποιήθηκαν και τα Reaction Studios στο Τορόντο.
Από εκεί πέρα παραγωγός συνέχισε να είναι ο σπουδαίος Peter Collins, γνωστός για τη συνδρομή του σε albums αριστουργήματα, με χαρακτηριστικότερο το “Operation:Mindcrime” των Queensryche, αλλά και πλήθος άλλων συνεργασιών, ακόμη και με pop συγκροτήματα. Όπως αποδείχθηκε στο μέλλον αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα καθόταν πίσω από την κονσόλα για λογαριασμό των Rush. ‘Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που αντανακλάται στο δίσκο , είναι ότι ο τεράστιος Neil Peart, σε μία προσπάθεια να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο το παίξιμο του, έλαβε μαθήματα από τον πολύ σπουδαίο jazz drummer Freddie Gruber.
Στο εξώφυλλο εμφανίζεται ένα inuksuk, πέτρινο μνημείο εξαιρετικά συνηθισμένο στον Καναδά, που χρησιμοποιείται τόσο για να σηματοδοτήσει περιοχή κυνηγιού, όσο και ως ταφικό μνημείο.
O δίσκος ξεκινά με το ομώνυμο κομμάτι, το οποίο και κάνει εμφανείς τις προθέσεις του σχήματος. Ατμοσφαιρικό, proggy, με έντονες τάσεις αυτοσχεδιασμού στα τύμπανα και όμορφο (και ευκολομνημόνευτο) refrain. Τα κιθαριστικά μέρη είναι και αυτά εξαιρετικά, συνεχίζοντας εκεί που έμειναν εκείνα του “Counterparts” , ηχώντας ιδιαιτέρως heavy. Όσον αφορά το στιχουργικό κομμάτι η μπάντα έχει συνεργαστεί με τον Καναδό ποιητή- στιχουργό Pye Dubois, τα κείμενα το οποίου έχουν γενικότερα εμπνεύσει τους Rush, ενώ συγγράψει μαζί τους και άλλους στίχους, με γνωστότερους αυτούς του “Tom Sawyer”. Ο Dubois , έχει ακόμη συνεργαστεί και με άλλα συγκροτήματα όπως οι Max Webster.Tο τραγούδι έφτασε στο νο 1 των mainstream rock charts στο αμερικάνικο Billboard , αποτελώντας με αυτό τον τρόπο μια μεγάλη επιτυχία.
Συνέχεια με το “Driven”, ένα κομμάτι που αποδεικνύει πόσο καθοριστική ήταν η επιρροή των Rush για σχήματα όπως οι Tool. Επιθετικά κιθαριστικά μέρη και τρομερό παίξιμο στο μπάσο, και μια υπέροχη ερμηνεία του Geddy Lee στα φωνητικά. Σε πιο μελαγχολικό ύφος το επόμενο “Half The World”, τραγούδι που αναφέρεται στιχουργικά στις αντιθέσεις που παρατηρούνται διαχρονικά στον πλανήτη. Με έντονες επιρροές από alternative μπάντες της δεκαετίας του 1990, αλλά και μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στη μέση περίπου της σύνθεσης. Σε παρόμοια διάθεση και το επόμενο "The Color of Right" , μια σύνθεση πιο απλή, που χαρακτηρίζεται από μια έντονα μελαγχολική ατμόσφαιρα. Γενικότερα πρόκειται για ένα από τα συναισθηματικά τραγούδια του δίσκου. Το "Time and Motion" , περιλαμβάνει ένα άκρως βαρύ και επιβλητικό «μπάσιμο», που παραπέμπει ευθέως στα χρυσά 70s, και ιδιαίτερα στο έπος “Cygnus x-1” από το “A Farewell To Kings” ,και μπορεί να πει κανείς ότι συνδυάζει εκείνη την περίοδο με το σύγχρονο (τότε) πρόσωπο του συγκροτήματος.
Ακολουθεί το εξαιρετικό "Totem", που περιλαμβάνει υπέροχους στίχους που πραγματοποιούν ενδιαφέροντες παραλληλισμούς των τοτέμ των αρχαίων και μεσαιωνικών θρησκειών , με τα είδωλα της σύγχρονης pop κουλτούρας. Μουσικά συνεχίζει σε παρεμφερές μοτίβο με το "The Color of Right", με μια πιο «ταξιδιάρικη» διάθεση. Συνέχεια με το "Dog Years" που αποτελεί το πιο επιθετικό κομμάτι του album, με τρομερές εναλλαγές από τη μέση και μετά .
Το επόμενο “Virtuality", διαθέτει ένα από τα καλύτερα riffs του “Test For Echo”, ενώ εντύπωση προκαλούν οι στίχοι ,που μιλούν για τη διαμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων μέσω του διαδυκτύου, και είναι προφητικοί (μιλάμε για 1996!) και ανατριχιαστικά επίκαιροι. Τη «σκυτάλη» παίρνει το "Resist" που κινείται σε πιο ήπιους τόνους , με πανέμορφες μελωδίες. Σε επόμενες περιοδείες η μπάντα το παρουσίαζε και σε πλήρως ακουστική μορφή. Το instrumental “Limbo” ξεκινά με tribal τύμπανα , έχει επιρροές από την 80s περίοδο του σχήματος και αποτελεί ένα απτό παράδειγμα του μουσικού πειραματισμού των Rush.
Το "Carve Away the Stone" ολοκληρώνει το album, συνδυάζοντας στοιχεία που είδαμε και στις υπόλοιπες συνθέσεις , ενώ πραγματικά ξεχωρίζει το σύντομο αλλά ιδιαίτερο κιθαριστικό solo.
Το “Test For Echo” βγήκε στα ράφια των δισκοπωλείων το Σεπτέμβρη του 1996. Έλαβε ανάμεικτες κριτικές , ενώ ευνοήθηκε εμπορικά και από το γεγονός ότι ο προοδευτικός ήχος είχε κάνει δυναμική επιστροφή στα ιδιαίτερα (για όλο το φάσμα του σκληρού ήχου) mid-late 90s. Το συγκρότημα υποστήριξε την κυκλοφορία με μια σειρά μεγάλων παγκόσμιων περιοδειών, με το μέλλον να φαίνεται ευοίωνο.
Τότε ήταν που η μοίρα χτύπησε άσχημα τον Neil Peart, που μέσα σε διάστημα ελάχιστων μηνών , έχασε τη κόρη και τη σύζυγο του. Το υπόλοιπο σχήμα στάθηκε στο πλάι του, βάζοντας στον πάγο τις μουσικές δραστηριότητες. Ο κολοσσιαίος drummer, κατάφερε να αντιμετωπίσει αυτό το χτύπημα, πραγματοποιώντας , μεταξύ άλλων και ένα μεγάλο ταξίδι της Βόρειας Αμερικής με τη μοτοσυκλέτα του. Τελικώς κατάφερε να επανέλθει , με τους Lee και Lifeson να μην διανοούνται καν το ενδεχόμενο να συνεχίσουν χωρίς αυτόν, αποδεικνύοντας την ακεραιότητα τους ως χαρακτήρες.
Τελικώς το σχήμα επανεμφανίστηκε δισκογραφικά το 2002 με το καταπληκτικό “Vapor Trails”, που παρότι δίχασε εκείνη την εποχή , με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των οπαδών, με την νέα δεκαετία να αποδεικνύεται πολύ σημαντική για τη μπάντα, που έκτοτε βλέπει τη δημοτικότητα της να βρίσκεται σε συνεχή υψηλά επίπεδα.
Το εδώ παρουσιαζόμενο album βρέθηκε αρκετές φορές στη «σκιά» δίσκων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Τόσο κατά το παρελθόν, αλλά και σήμερα, υπήρξαν περιοδικά αλλά και sites , που έβαζαν στο δίσκο μέτριες κριτικές, υποβαθμίζοντας έτσι τη σημασία του στην πορεία των Rush. Παρόλα αυτά ,πέραν της ποιότητας του, το “Test For Echo” επηρέασε μουσικά τόσο την μετέπειτα πορεία των Καναδών, όσο και μεταγενέστερα σχήματα στο ευρύτερο progressive πεδίο. Τα παραπάνω τελικώς κατέστησαν το συγκεκριμένο LP ,μία εξαιρετική στιγμή της πορείας του τεράστιου αυτού σχήματος, που αξίζει να βρίσκεται στη δισκοθήκη κάθε συνειδητοποιημένου οπαδού τους και όχι μόνο.



Comments