CONTROVERSIAL ALBUMS PART 11:
- Oct 1, 2017
- 6 min read

Bruce Dickinson "Skunkworks" (Castle ,1996)
Στις 19 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους αναμένεται να κυκλοφορήσει το βιβλίο“What Does this Button Do?”, το οποίο και θα είναι η επίσημη αυτοβιογραφία του Bruce Dickinson. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει οπαδούς και τύπο να ασχοληθούν για ακόμη μία φορά τον τελευταίο καιρό, με τον σπουδαίο Βρετανό τραγουδιστή. Με αφορμή λοιπόν αυτήν την κυκλοφορία ήρθε η ώρα και για το vinyl stories να καταπιαστεί με τη μουσική του τεράστιου αυτού frontman. Ακολουθώντας λοιπόν το πνεύμα της στήλης το album που θα παρουσιαστεί σήμερα θα είναι το κατεξοχήν αμφιλεγόμενο της solo δισκογραφικής του πορείας. Ο λόγος φυσικά για το Skunkworks, ένα δίσκο που τόσο η δημιουργία του , όσο και η μουσική που περιέχει παρουσιάζουν πλήθος από ιδιαιτερότητες.
Όπως θα δούμε αναλυτικά και πιο κάτω, το εδώ παρουσιαζόμενο album, είναι ένα κατεξοχήν «παιδί» των εξελίξεων που συντελούνταν στο σκληρό ήχο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Εξελίξεις που επηρέασαν και τον Dickinson, έναν άνθρωπο που λόγω και της καταλυτικής του παρουσίας στις κορυφαίες στιγμές των Iron Maiden , είχε συνδεθεί με τον όρο “80s metal”, όσο ελάχιστοι άλλοι. Όπως έχουμε δει και σε παλαιότερα άρθρα, στα μέσα των 90s λάμβαναν χώρα κοσμογονικές αλλαγές στην ευρύτερη rock σκηνή, καθώς το grunge και το alternative rock κυριαρχούσαν, με το heavy metal (ιδίως στην αποκαλούμενη «κλασική» του μορφή) να θεωρείται τελειωμένο, από οπαδούς και τύπο , κύρια σε χώρες όπως οι Η.Π.Α και η Βρετανία. Το γεγονός αυτό , ωθούσε αρκετά συγκροτήματα που είχαν πρωταγωνιστήσει στα 70s και τα 80s , να επιδιώκουν να πειραματιστούν με τους νέους ήχους , τόσο γιατί ένοιωθαν την ανάγκη να εξερευνήσουν νέα μουσικά πεδία, όσο και για να απεμπολήσουν τον χαρακτηρισμό του «δεινόσαυρου», που τους είχαν προσάψει εφημερίδες και μουσικά περιοδικά.
Μέσα σε αυτό το «περιβάλλον», ο Bruce προσπαθούσε να δώσει περισσότερη δυναμική στη solo καριέρα του. Μια καριέρα που είχε ξεκινήσει ενώσω ήταν μέλος των Iron Maiden ,με την κυκλοφορία του “Tattooed Millionaire” το 1990. Το επόμενο βήμα έμελλε να γίνει , μετά την αποχώρηση του από το θρυλικό βρετανικό σχήμα, το καλοκαίρι του 1993. Τότε ξεκίνησε να καταπιάνεται με την προετοιμασία της επόμενης solo δουλειάς του , συνεργαζόμενος με μια καλιφορνέζικη μπάντα που αποτελείτο από μέλη μεξικανικής καταγωγής , τους Tribe Of Gypsies, στους οποίους πρωτοστατούσε ο κιθαρίστας /παραγωγός Roy Z . Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας , ήταν το “Balls To Picasso” (1994), ένα LP που έλαβε θετικές κριτικές και περιείχε σπουδαία κομμάτια όπως το “Laughing In The Hiding Bush” και το κλασικό “Tears Of The Dragon”. Η μουσική κατεύθυνση του συγκεκριμένου δίσκου, ήταν σαφώς επηρεασμένη από το διάσημο πρώην σχήμα του Bruce, όντας παράλληλα και αρκετά διαφοροποιημένη με αναφορές σε πιο «εναλλακτικά» rock ακούσματα, που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή. Μάλιστα το συγκρότημα δεν δίστασε να ενσωματώσει ακόμα και επιρροές από funk σε κομμάτια όπως το “Shoot Out The Clowns” .H συγκριμένη σύμπραξη έμελλε να μην συνεχιστεί, με τον Βρετανό, να αναζητά νέους συνεργάτες με στόχο να περιοδεύσει για την προώθηση του δίσκου. Η συγκεκριμένη περιοδεία τελικώς πραγματοποιήθηκε με την αρωγή μουσικών , όπως ο κιθαρίστας Alex Dickson, ο μπασίστας Chris Dale και ο Ιταλός drummer Alessandro Elena. Το project δεν δυσκολεύτηκε να βρει δισκογραφική «στέγη» στην βρετανική Castle Communications.
Στα μέσα του 1995, ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στην επόμενη προσπάθεια του σπουδαίου τραγουδιστή. Μόνο που αυτή τη φορά , τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά. Πιο συγκεκριμένα, ο Dickinson αποφάσισε, όπως προ είδαμε να παρουσιάσει κάτι ολότελα διαφορετικό σε σχέση με αυτό που περίμενε ο κόσμος από αυτόν. Έτσι αποφάσισε να κινηθεί σε ένα ύφος που είχε μεγάλη συνάφεια με το grunge. Η πρόθεση αυτή , κατέστη ξεκάθαρη, όταν ανακοινώθηκε η συνεργασία με τον guru του συγκεκριμένου ήχου, Jack Endino. O σπουδαίος Αμερικανός παραγωγός, πολύ γνωστός από τη συνεργασία του, με μπάντες –ορόσημα , όπως οι Nirvana, Soundgarden, Green River, κρίθηκε ως ο καταλληλότερος για να αναδείξει ένα τέτοιο εγχείρημα.
Eνα εγχείρημα που ξεκίνησε να λαμβάνει σάρκα και οστά την ίδια περίοδο με τις ηχογραφήσεις να γίνονται στις Η.Π.Α. Από την αρχή αυτής της διαδικασίας , φαινόταν να έχει αναπτυχθεί μια αρκετά καλή χημεία μεταξύ των συντελεστών, με τον Dickinson να επιθυμεί την παρουσίαση του LP ως το ντεμπούτο μίας νέας μπάντας. Το σχήμα ονομάστηκε Skunkworks , αντλώντας έμπνευση για το όνομα του από την κωδική ονομασία που έχουν τα project κατασκευής στρατιωτικών αεροπλάνων, στην πολεμική βιομηχανία. Με αυτό τον τρόπο γίνεται μια σαφή αναφορά και στο μεγάλο πάθος του χαρισματικού Βρετανού , που δεν είναι άλλο από τα αεροπλάνα.
Η διαδικασία παραγωγής ολοκληρώθηκε χωρίς απρόοπτα και έτσι το album ήταν έτοιμο για κυκλοφορία το Φλεβάρη του 1996. Πριν γίνει όμως αυτό, έπρεπε να αντιμετωπιστεί ένα ακόμη γεγονός. Η δισκογραφική εταιρεία , απαίτησε να βγάλει το album ως προσωπικό του τραγουδιστή , αφού ήθελε πάση θυσία το όνομα του Bruce Dickinson να βρίσκεται στο εξώφυλλο, που με τη σειρά του είναι εξαιρετικά όμορφο, με μια αισθητική που «φωνάζει» ότι βρισκόμαστε στα mid-90s.
Ο δίσκος περιέχει 13 κομμάτια και ξεκινάει με το “Space Race”, ένα αρκετά groovy κομμάτι με ήχο και παραγωγή που παραπέμπουν σε σχήματα όπως οι Soundgarden, ενώ κορυφαία στιγμή αποτελεί το ιδιαίτερα εμπνευσμένο, «ανατολίτικο», solo του. Ακολουθεί το "Back From The Edge" , ένα τραγούδι έντονα ρυθμικό, με δυνατά riffs και μία έξοχη ερμηνεία του Bruce. Εντύπωση γενικότερα προκαλεί σε όλο το δίσκο η κιθαριστική δουλειά του Alex Dickson. Πολυεπίπεδη , θυμίζει αφενός τα σχήματα της σκηνής του Seattle και αφετέρου σχήματα όπως οι King’s X. Σε σημεία παραπέμπει ακόμα και στο παίξιμο του Alex Lifeson (Rush), σε δίσκους όπως το “Counterparts”. Οι στίχοι είναι πιο προσωπικοί και ,στο πνεύμα της εποχής, δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει τη θεματολογία των 80s. Το συγκεκριμένο κομμάτι κυκλοφόρησε σε μορφή single, και είναι η πιο γνωστή σύνθεση του δίσκου. To "Inertia” ξεκινάει με ακουστικές κιθάρες και ταξιδιάρικη διάθεση, με το τοπίο να αλλάζει με την είσοδό του χαρακτηριστικού refrain, καθώς η ένταση ανεβαίνει. Συνέχεια με τα κοφτά και groovy riffs του "Faith". Οι κιθαριστικές μελωδίες και τα φωνητικά συνδυάζονται άκρως ευρηματικά με πιο «τεχνικά»- prog σημεία. Αντιθέτως το "Solar Confinement", είναι μια πιο straight-forward σύνθεση , με ωραίους στίχους και εντελώς grunge αισθητική, περασμένη όμως από το πρίσμα της μπάντας. Ξεχωρίζει και εδώ το δυνατό refrain. Γενικότερα, συχνά –πυκνά εντός του δίσκου, ακολουθείται η φόρμα της εναλλαγής του δυνατού refrain με το πιο «χαλαρό» κουπλέ, κάτι πολύ χαρακτηριστικό σε συγκροτήματα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam.
Το "Dreamstate" που ακολουθεί, είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές του “Skunkworks”.
Φοβερές εναλλαγές, σκοτεινή ατμόσφαιρα, σε μία εξαιρετική προσέγγιση του alternative rock , ενώ η ερμηνεία του Dickinson είναι υπέροχη, αποδεικνύοντας το εύρος των δυνατοτήτων του, σε κάτι διαφορετικό από το κλασικό heavy metal. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στο "I Will Not Accept the Truth" , όπου οι prog επιρροές στο ξεκίνημα «συναντούν», μια μελαγχολική ατμόσφαιρά , σε μία σύνθεση που παραπέμπει στους Temle Of The Dog ,σε πιο hard rock πλαίσια, και ανήκει και αυτή στις καλύτερες του δίσκου. Το επόμενο "Inside the Machine" είναι γρήγορο, με τρομερό drumming από τον Elena, ενώ σαν τραγούδι έχει κάτι από το “Sacred Cowboys” ( που βρίσκεται στο “Balls To Picasso”), είναι πιο «αισιόδοξο» και διαθέτει ωραίες μελωδίες. Οι γρήγοροι ρυθμοί συνεχίζονται στο "Headswitch", που έχει έναν έντονο punk αέρα. Το τελευταίο επαληθεύεται και από τη διάρκεια του , που είναι λίγο πάνω από 2 λεπτά. Ευθύ και δυνατό, χωρίς όμως να συγκαταλέγεται στα δυνατά σημεία του “Skunkworks”.
Ένα σύντομο drum solo εισάγει το "Meltdown". Πιο αργό σε σχέση με τα δύο τραγούδια που προηγήθηκαν, ρυθμικό, με εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες και στα φωνητικά. Σε πιο alternative δρόμους το “Octavia” ηχεί πραγματικά καλοδουλεμένο, με ερμηνεία που βρίθει συναισθήματος και αρκετές αναφορές στα 70s. Αυτό που ξεχωρίζει εδώ , είναι το αρκετά «σκοτεινό» refrain, που δίνει τον τόνο σε όλο το τραγούδι. Πιο επιθετικό το επόμενο "Innerspace", αποτελεί τη μοναδική σύνθεση όπου το συνθετικό δίδυμο των Dickinson/ Dickson είχε και τη συνδρομή του Chris Dale. Έντονα groovy με ένα καταιγιστικό ρυθμό που κορυφώνεται προς το τέλος. Το κλείσιμο γίνεται με το doomy και σκοτεινό "Strange Death In Paradise" . Με έντονες ψυχεδελικές επιρροές είναι η πιο ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου και κατά πολλούς η καλύτερη. Κλιμακώνεται και αυτό προς το τέλος με ένα αψεγάδιαστο solo, ενώ παράλληλα ο Bruce «ανεβαίνει» τις κλίμακες.
Γενικότερα το “Skunkworks” χαρακτηρίζεται, όπως είδαμε και πιο πάνω, από υψηλής ποιότητας κιθαριστική δουλειά , με τον Alex Dickson να εστιάζει στα riffs , ενώ τα και τα solos του είναι καίρια , σε μια περίοδο , όπου τα τελευταία θεωρούνταν κυρίως από τις grunge μπάντες «εκτός εποχής». Είναι σαφές ότι αυτό που ήθελε να παρουσιάσει η μπάντα είναι η δική της εκδοχή πάνω στον alternative rock ήχο της εποχής. Μία εκδοχή που συνολικά ακούγεται αρκετά ενδιαφέρουσα.
Το album δεν μπόρεσε να διακριθεί εμπορικά (Νο 41 στη Βρετανία , ενώ στις Η.Π.Α δεν μπήκε καν στα 200). Αντίστοιχες ήταν οι πωλήσεις σε περιοχές όπως η Ιαπωνία αλλά και η Ευρώπη. Η πραγματικότητα ήταν, ότι οι οπαδοί του metal, δεν είδαν με καλό μάτι, τόσο την ηχητική «στροφή» του Bruce, όσο και τις δηλώσεις του, όπου εμφανιζόταν να θεωρεί το δίσκο, «ότι καλύτερο έχει κάνει ποτέ». Ταυτόχρονα οι πολυπληθείς θιασώτες του grunge, θεωρούσαν τον τραγουδιστή «ξεπερασμένο» και δεν ασχολήθηκαν , και όσοι το έκαναν, δεν ενθουσιάστηκαν με την πιο «σκληρή» προσέγγιση στον αγαπημένο τους ήχο.
Ο ίδιος ο Dickinson προσπάθησε να προωθήσει το όλο εγχείρημα με την πραγματοποίηση περιοδείας. Στη συγκεκριμένη τουρνέ μάλιστα για πρώτη φορά παρουσίασε υλικό από τις ημέρες του στους Iron Maiden (συγκεκριμένα το κλασικό “The Prisoner” ). Παρόλα αυτά η ανταπόκριση δεν ήταν αυτή που περίμεναν καλλιτέχνης και δισκογραφική. Το αποτέλεσμα ήταν ο Βρετανός να πάρει την απόφαση για επιστροφή σε κλασικά metal πλαίσια, έχοντας τη βοήθεια τόσο του Roy Z , όσο και του παλιού του bandmate Adrian Smith.
To “Skunkworks σήμερα έχει ξεχαστεί από αρκετό κόσμο. Αυτό αποτελεί μέγιστη αδικία, καθώς πρόκειται για ένα διαφορετικό, αλλά και συνάμα εξαιρετικό album, που αξίζει να ξανακουστεί.



Comments