CONTROVERSIAL ALBUMS PART 12:
- Oct 19, 2017
- 6 min read

The Haunted -"The Dead Eye" (Century Media , 2006)
Στο άρθρο που αφορούσε τους Opeth, υπήρξε αναφορά για τα τεκταινόμενα στη σουηδική metal σκηνή της δεκαετίας του 1990, μια περίοδο κατά την οποία είδαμε την καθιέρωση της μεταξύ των κορυφαίων της Ευρώπης, με την επόμενη δεκαετία να διευρύνει ακόμη περισσότερο την τάση αυτή. Κομβικό ρόλο σε αυτό, έπαιξε η death metal σκηνή, που με μπάντες όπως οι Entombed, Dismember, Unleashed, At The Gates κατάφερε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό στην εξέλιξη αυτού του ήχου σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Από αυτά τα σχήματα , ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση των At The Gates , που με τη σειρά τους, μπόλιασαν τον ήχο με επιρροές από πιο "κλασικές" metal μελωδίες , την εποχή που και σχήματα της βρετανικής σκηνής (βλ. Carcass) επιχειρούσαν κάτι αντίστοιχο. Albums όπως το ‘’Terminal Spirit Disease” δημιούργησαν σχολή , αλλά και πλήθος επίδοξων μιμητών , ιδίως στη σκηνή της πόλης από όπου καταγόταν το συγκρότημα, του Γκέτεμποργκ. Φτάνοντας στο 1995 και με ένα αριστούργημα όπως το “Slaughter Of The Soul”, να γνωρίζει επιτυχία και να σαρώνει στις ψηφοφορίες των metal περιοδικών, ανά την Ευρώπη, το συγκρότημα δεν μπόρεσε να κρατηθεί ενωμένο . Τα αδέλφια Bjorler αποχωρούν , με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα μέλη να αποφασίσουν να διαλύσουν το συγκρότημα.
Και ενώ αρκετοί οπαδοί αδυνατούσαν να καταλάβουν τις αιτίες αυτής της επιλογής, τα δύο αδέλφια ανακοινώνουν τη δημιουργία ενός νέου σχήματος, των The Haunted, συνεπικουρούμενοι από νέα μέλη, τους Patrick Jensen (κιθάρα), Peter Dolving (φωνητικά ), και Adrian Erlandsson (τύμπανα). Ένα πρώτο demo που ηχογραφείται το 1997, τους δίνει συμβόλαιο με την τότε κραταιά Earach, με το ομώνυμο ντεμπούτο, να εμφανίζεται στις προθήκες των δισκοπωλείων το 1998. Ακολούθησε ένα ευχάριστο σοκ, καθώς το album ήταν εντυπωσιακό, κινούμενο σε πιο παραδοσιακές thrash φόρμες, ηχώντας παράλληλα σύγχρονο και «φρέσκο», λόγω και των επιρροών από το προηγούμενα σχήμα των αδελφών Bjorler.
Ο δίσκος απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και ανέδειξε την μπάντα νικήτρια σε μια σειρά από ψηφοφορίες των ευρωπαϊκών εντύπων για το καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα. Στο ίδιο μήκος κύματος βρισκόταν και ο διάδοχος , το “The Haunted Made Me Do It” που κυκλοφόρησε το 2000, όπου οι The Haunted φαινόντουσαν ανεπηρέαστοι από τη φυγή του Dolving, που αντικαταστάθηκε από τον Marco Aro. Το κοινό της μπάντας συνέχισε να αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς ,ενώ δεν έλειπαν και χαρακτηρισμοί όπως «νέοι Slayer» . Ταυτόχρονα το εκπληκτικό ντεμπούτο είχε δώσει το έναυσμα για την εμφάνιση νέων thrash συγκροτημάτων, παρά το γεγονός ότι τύπος και οπαδοί θεωρούσαν το συγκεκριμένο ήχο «τελειωμένο» στο μεγαλύτερο διάστημα των 90s. Τα σχήματα αυτά επιχείρησαν να εκ μοντερνίσουν τη μουσική αυτή, με τον τρόπο που το είχαν καταφέρει και οι Σουηδοί . Εντούτοις αρκετές από τις μπάντες αυτές δεν διέθεταν την αντίστοιχη προσωπικότητα με αποτέλεσμα ένα κοπιάρισμα, που δεν μπορούσε να δώσει νέα πνοή στη σκηνή.
Βλέποντας λοιπόν οι Σουηδοί την συγκεκριμένη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα , αποφάσισαν να διαφοροποιήσουν τον ήχο τους στις επόμενες δουλειές τους , εμπλουτίζοντας με περισσότερη μελωδία και σε σημεία και «καθαρά» φωνητικά. Πρώτος καρπός αυτής της προσπάθειας ,ήταν το “One Kill Wonder” του 2003, που ενώ απέσπασε καλές κριτικές , αντιμετώπισε και την πρώτη «γκρίνια» , εκ μέρους κάποιων οπαδών, Κάτι που δεν συνέβη , ένα χρόνο αργότερα ,οπότε και κυκλοφόρησε το “rEVOLVEr”, ένα σαφώς πιο εστιασμένο και με καλύτερες συνθέσεις album, που σημαδεύτηκε από την επιστροφή το Dolving , πίσω από το μικρόφωνο. Ο τελευταίος μάλιστα χρησιμοποίησε περισσότερα «καθαρά» φωνητικά.
Την συγκεκριμένη περίοδο και η πραγματικότητα στην παγκόσμια metal σκηνή είχε αλλάξει σε σχέση με το τι επικρατούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Συνολικά το metal είχε πραγματοποιήσει μια εμπορική «επιστροφή», ιδίως στις Η.Π.Α, με τα συγκροτήματα που μάζευαν πάνω τους τα περισσότερα από τα φώτα της δημοσιότητας, να είναι αυτά της αποκαλούμενης New Wave Of American Metal σκηνής. Ο συγκεκριμένος ήχος είχε ως βάση το metalcore , στο οποίο και ενσωμάτωνε πλείστες επιρροές από το σουηδικό μελωδικό death metal, έχοντας ως «πυξίδα», δίσκους όπως το “Slaughter Of The Soul” ,αλλά και το “Clayman” (In Flames).
Την κατάσταση αυτή αξιοποίησαν , όπως ήταν φυσικό, αρκετές σουηδικές μπάντες, που με τη βοήθεια των συνεχών περιοδειών, προσπάθησαν να καθιερωθούν και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Για τους The Haunted αυτή η διαδικασία δεν ήταν άγνωστη, καθώς πέραν των δίσκων τους , είχαν καταφέρει να ανοιχτούν σε μεγαλύτερο κοινό και μέσα από τις συναυλίες. Έτσι και την κυκλοφορία του “rEVOLVEr” είχαν ακολουθήσει μια εκτεταμένη περιοδεία , που τους έφερε μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα, όταν και εμφανίστηκαν στο Αthens Open Air . Το συγκεκριμένο festival πραγματοποιήθηκε στην παραλία του Αλίμου τον Ιούλιο του 2004, και όσοι παρευρεθήκαμε προσπαθούμε να το ξεχάσουμε , λόγω των απαράδεκτων συνθηκών που επικρατούσαν.
Στα τέλη του 2005 ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στο νέο δίσκο, ο οποίος και έμελλε να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά. Κατά την περίοδο της προετοιμασίας του δίσκου, δηλώσεις του σχήματος, που έκαναν λόγο για επερχόμενο concept album είχαν μπερδέψει του οπαδούς θέτοντας τους σε αγωνία. Η αναμονή τελείωσε τον Οκτώβρη του 2006 , όταν και έλαβε χώρα η κυκλοφορία του δίσκου. Η ηχογράφηση του τελευταίου , έγινε στα PUK Studios της Δανίας, πατρίδα του παραγωγού Tue Madsen, γνωστού από τη συνεργασία με πλείστα σχήματα της τοπικής σκηνής και όχι μόνο. Μάλιστα η συγκεκριμένη συνεργασία , αποδείχτηκε το «διαβατήριο» για τον Madsen , έτσι ώστε να δουλέψει στο μέλλον με καθιερωμένα σχήματα όπως οι Sick Of It All, Agonist, Moonspell, August Burns Red, Dark Tranquillity, Meshuggah.
Η αλήθεια είναι πως όσο και αν η ηχητική στροφή είχε αρχίσει να φαίνεται στα δύο προηγούμενα albums, ό εδώ δίσκος δίχασε τους οπαδούς. Αρκετοί τον βρήκαν , υπέρ του δέοντος διαφορετικό. Αυτό συνέβαινε επειδή ο δίσκος είχε περισσότερο mid –tempo ταχύτητες και επιρροές από την αμερικανική σκηνή της εποχής, ακόμα και από σχήματα όπως οι Lamb Of God, κάτι που «χάλασε» τους πιο παραδοσιακούς ακροατές .
Το album ξεκινά με το “The Premonition", μία σύντομη doomy εισαγωγή , που στο πνεύμα των προηγούμενων κυκλοφοριών, μπάζει τον ακροατή στο κλίμα του δίσκου. Όπως θα δούμε και παρακάτω οι τίτλο ξεκινούν όλοι με το άρθρο “The..” και οι στίχοι αναφέρονται σε περιπτώσεις εγκλημάτων, καλύπτοντας την εκάστοτε περίπτωση , προσδίδοντας έτσι τον προαναφερόμενο concept χαρακτήρα στο LP. Η ουσιαστική αρχή, εντούτοις γίνεται με το "The Flood" ένα κομμάτι που διαθέτει αμεσότητα, επιθετικότητα αλλά ταυτόχρονα, έχει ένα χαρακτηριστικότατο doomy refrain, καθώς και ένα μελωδικό πέρασμα, που ηχεί πολύ ενδιαφέρον . Το "The Medication", που ακολουθεί είναι κλασικό στο ύφος της μπάντας , thrash κομμάτι ,με τρομερά riffs και ένα μεσαίο μέρος που groovaρει ανελέητα. Σε πιο hardcore ρυθμούς, το "The Drowning”, με τρομερά φωνητικά από τον Dolving , τόσο στα καθαρά , όσο και στα πιο brutal σημεία. Ακόμα το τραγούδι διαθέτει εξαιρετικά κιθαριστικά ,που ακούγονται έως και «επικά» (σε extreme metal πλαίσια). “The Refection”, για τη συνέχεια, ένα κομμάτι που διαθέτει πολύ έξυπνες εναλλαγές, με την μπάντα να δοκιμάζει τελείως καινούργια πράγματα στις μελωδίες της φωνής. Η κραυγή “I want something more..” συγκαταλέγεται στις πολύ δυνατές στιγμές του δίσκου.
Ακολουθεί το "The Prosecution" με ένα τρομερό βασικό riff όπου οι Black Sabbath συναντούν το σουηδικό extreme metal , ενώ και το ρεφρέν ξεχωρίζει. Το "The Fallout" είναι ίσως το πιο πειραματικό κομμάτι, παραπέμποντας σε σχήματα της αμερικανικής σκηνής εκείνης της περιόδου. Το τραγούδι χαρακτηρίζεται από τρομερά «κλινική» ατμόσφαιρα, χάρη και στα effects που υπάρχουν. Οι ίδιες επιρροές υπάρχουν και στο επόμενο "The Medusa"με riffs που έχουν αναφορές ακόμα και σε σχήματα όπως οι Mastodon, με τα καθαρά φωνητικά να ηχούν πολύ ταιριαστά εδώ.
Η μπάντα πραγματοποιεί επιστροφή στις ρίζες στα "The Shifter" και "The Stain" , δύο τρομερά thrash κομμάτια που αποδεικνύουν την δεινότητα του σχήματος και το πόσο ευεργετική υπήρξε η παρουσία του για το συγκεκριμένο ιδίωμα. Εκ νέου στροφή στον πειραματισμό, στο "The Cynic" που θα θυμίσει σε σημεία μέχρι και Tool. Είναι σαφές πως η μπάντα ,βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα από άποψη συνθέσεων. Εντυπωσιακές και οι δισολίες στο τελείωμα. Αντίστοιχη διάθεση και στο "The Failure" , που όμως ηχεί υποδεέστερο . Ο δίσκος κλείνει με το The Guilt Trip" , ένα κομμάτι που διαθέτει θεόρατο groove και φαίνεται σαν να συνδυάζει τις επιρροές που προαναφέρθηκαν, ενώ είναι σαφής η προσπάθεια του σχήματος να γράψει ένα «μεγάλο» ρεφρέν.
Το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν μπόρεσε να κάνει την διαφορά από άποψη πωλήσεων, ενώ το breakthrough στις Η.Π.Α. , επίσης δεν μπόρεσε να έρθει. Με τον καιρό , αντιμετώπισε την αμφισβήτηση των παραδοσιακών. Εντούτοις αποτελεί μία εξαιρετική στιγμή , αφού το σχήμα καταφέρνει να πρωτοπορήσει. Το “The Dead Eye” δεν είχε συνέχεια, με το συγκρότημα να επιστρέφει στο καθιερωμένο ύφος του. Εντούτοις παραμένει μία εξαιρετική δουλεία, που κάθε οπαδός του σχήματος αλλά και ευρύτερα του σκληρού ήχου της προηγούμενης δεκαετίας, αξίζει να τσεκάρει.



Comments