top of page

ROCK UNDERRATED DIAMONDS PART 13:

  • Nov 7, 2017
  • 6 min read



Conception "Flow " (Noise , 1997)







Σε παλαιότερα άρθρα έχει γίνει αναφορά στην κατάσταση που επικρατούσε τη δεκαετία του 1990 , στη metal σκηνή και τα διάφορα παρακλάδια της. Ένα από τα ιδιώματα που έλαμψαν την εν λόγω δεκαετία ήταν και το progressive metal, ένα ιδίωμα που μετράει φανατικούς φίλους , αλλά και ορκισμένους πολέμιους. Οι οπαδοί πιστεύουν ότι η δεκαετία στην οποία αναφερόμαστε υπήρξε για τον συγκεκριμένο ήχο , ότι τα 70s για το progressive rock. Η αλήθεια είναι ότι τα αριστουργήματα του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 80 συνάντησαν άξιους συνεχιστές , ενώ το είδος γνώρισε μαζική άνθηση μετά την κυκλοφορία του “Images And Words” των Dream Theater το 1992.


Αρκετά σχήματα σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού ξεπήδησαν , προσπαθώντας με τη σειρά τους να αναπτύξουν το συγκεκριμένο ήχο ακόμα περισσότερο. Ως ένα βαθμό το όλο «κύμα» των συγκροτημάτων αυτών , αποτελούσε και μίας μορφής αντίδραση στα ρεύματα που κυριάρχησαν στο πεδίο του σκληρού ήχου στα 90s (π.χ. Grunge), ρεύματα πού σε αρκετές περιπτώσεις εξοβέλισαν το μεστό, τεχνικό παίξιμο (ιδίως τις κιθάρες) ως κάτι που ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, εκτός εποχής. Το παραπάνω γεγονός οδήγησε μια σειρά από μπάντες να οδηγήσουν τα μουσικά τους ένστικτα γύρω από το πραγματικό νόημα του progressive, δηλαδή το σπάσιμο των στεγανών και την πρωτοπορία. Ταυτόχρονα όμως δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις συγκροτημάτων που δεν απέφυγαν την κοινοτυπία, «πέφτοντας» στην παγίδα που είχαν βρεθεί διάφορα prog rock συγκροτήματα της δεκαετίας του 1970, όταν και αντί να πρωτοπορήσουν , αναλώθηκαν σε ένα στείρο μιμητισμό των μεγάλων ονομάτων του ήχου( Pink Floyd, Yes, Genesis, King Crimson, Van Der Graaf Generator, E.L.P κ.α) . Αυτό , αρκετές φορές είχε ως κατάληξη ,μια μουσική που χαρακτηριζόταν από ανούσια επίδειξη των τεχνικών τους ικανοτήτων, προσφέροντας μεταξύ άλλων και πρόσφορο έδαφος στην κατοπινή ανάπτυξη του punk rock.


Κάτι αντίστοιχο, σε εντελώς όμως διαφορετική κλίμακα , ξεκίνησε να συμβαίνει και στα 90s, ιδίως όσο το φαινόμενο Dream Theater συνέχιζε να μεγαλώνει. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και πρωτύτερα υπήρξαν και συγκροτήματα που διαφοροποιήθηκαν , χαράζοντας τη δική τους ρότα και προσπαθώντας να διαμορφώσουν ένα προσωπικό ύφος


Ένα από αυτά τα σχήματα ήταν και οι Νορβηγοί Conception, των οποίων η ιστορία παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες αφού πρόκειται για σχήμα που δημιουργήθηκε πριν την κυκλοφορία του κομβικού “Images And Words” , ενώ και η διαφορετική μουσική τους αφετηρία (δεν ξεκίνησαν ως αμιγώς prog),είχε αντανάκλαση και στο μουσικό τους ύφος.


Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στη Νορβηγία το 1989 από τον κιθαρίστα Tore Østby, τον τραγουδιστή Dag Østby, τον ντράμερ Werner Skogli και τον μπασίστα Freddy Samsonstuen. Ένα χρόνο αργότερα, ο Arve Heimdal αντικατέστησε τον Werner Skogli και ο Ingar Amlien τον Freddy Samsonstuen. To 1991, ο Dag Østby έφυγε και η μπάντα αναγκάστηκε να βρει έναν νέο τραγουδιστή. Μετά από πολλές ακροάσεις, η μπάντα προσέλαβε τον Roy Khan, έναν πρώην τραγουδιστή της όπερας . Για να ηχογραφήσουν το πρώτο άλμπουμ τους, την ίδια χρονιά, με τίτλο “The Last Sunset”, σχημάτισαν τη δική τους δισκογραφική εταιρεία, CSF Records.



H πρώτη αυτή προσπάθεια ήταν αρκετά καλή, τόσο ώστε το συγκρότημα να τραβήξει την προσοχή της κραταιάς (τότε) Noise Records. Υπογράφουν συμβόλαιο και το 1993 κυκλοφορεί το εκπληκτικό δεύτερο album τους “Parallel Minds”, με παραγωγό τον Tommy Newton, πολύ γνωστό από τη συνεργασία του με τους Helloween. Το όνομα του σχήματος ακούγεται περισσότερο , ενώ το “Roll The Fire” (γυρίστηκε και σε video-clip), καθίσταται το πιο γνωστό τραγούδι τους. Παρόλα αυτά οι πωλήσεις δεν είναι και τώρα υψηλές, κάτι που δεν αλλάζει ούτε το 1995 , όταν και βγαίνει το επόμενο, επίσης εντυπωσιακό LP, με τίτλο “In Your Multitude”. Το ίδιο διάστημα η μπάντα βρίσκεται συνεχώς «στο δρόμο» περιοδεύοντας με καθιερωμένα power metal σχήματα , όπως οι Gamma Ray. Απτόητοι συνεχίζουν , πάντα με παραγωγό το Newton , ηχογραφώντας στα Stairway To Heaven Studios, στο Αννόβερο της Γερμανίας, το τέταρτο πόνημα τους. Το “Flow” , όπως ονομάστηκε ,κυκλοφορεί την 1η Απριλίου 1997 από το Noise Records.


Ο δίσκος ξεκινά με το "Gethsemane", ένα κομμάτι που αποκαλύπτει την εξέλιξη σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος . Πρόκειται για ένα έντονα ρυθμικό κομμάτι με υπέροχα riffs και πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που κάνει την εμφάνιση της από την εισαγωγή. Η τελευταία θυμίζει την αντίστοιχη του αμέσως προηγούμενου δίσκου. Το σχήμα ακολουθεί σαφέστατα πιο μινιμαλιστικούς τρόπους έκφρασης συγκριτικά με το παρελθόν, με τα τραγούδια να κινούνται σε λιγότερο περίπλοκους ρυθμούς. Στα πολύ θετικά τόσο του τραγουδιού , όσο και του LP γενικότερα τα τρομερά φωνητικά του Khan που σαφέστατα είναι ότι κοντινότερο έβγαλε το ευρωπαϊκό metal στον Geoff Tate. Συνέχεια με μια εισαγωγή που παραπέμπει στο «Rage For Order” (Queensryche) και οδηγεί στο “Angel(Come Walk With Me)” , ένα από τα πλέον heavy κομμάτια που περιέχονται εδώ με τα κιθαριστικά μέρη να είναι επηρεασμένα από Pantera, ενώ εντύπωση προκαλούν τα ιδιαιτέρως ευφάνταστα solos.


Γενικότερα ο mainman του σχήματος , Tore Østby , είναι ένας από τους πλέον αδικημένους κιθαρίστες στην ιστορία του σκληρού ήχου. Η βάση του είναι οι Queensryche και το νεοκλασικό παίξιμο του Yngwie Malmsteen , χωρίς όμως να μένει εκεί , αφού η «riff-ολογία» του είναι πλήρως «εναρμονισμένη» με το metal της εποχής , ενώ το αποκορύφωμα είναι οι επιρροές από το flamenco παίξιμο του Al Di Meola, που φανερώνονται ιδιαίτερα στα ακουστικά μέρη, τα οποία υπάρχουν σε κομμάτια όπως το πανέμορφο "Cry". Ένα ιδιαίτερα συναισθηματικό τραγούδι, που κατορθώνει εντούτοις να μην γίνει μελό, χάρις και στους υπέροχους στίχους του. Μιλώντας για στίχους , θα ήταν αβλεψία να μην αναφερθούν αυτοί του "A Virtual Lovestory", που μιλούν για την εικονική πραγματικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις και το 1997 , θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν προφητικοί. Όσον αφορά τη μουσική του κομματιού , αυτή παραπέμπει άμεσα στο πιο πρόσφατο, εκείνη την εποχή , άλμπουμ των προαναφερθέντων Queensryche, το αριστουργηματικό «Promised Land”, ιδιαίτερα στο τρόπο που ηχούν μπάσο –τύμπανα , ο οποίος και είναι για σεμινάριο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στο ομώνυμο , που έχει κάτι από το ρυθμό του «Parallel Minds” , με την διαφορά ότι κινείται σε πιο pop/rock δρόμους.

Στη συνέχεια τα electro στοιχεία στην εισαγωγή του "Reach Out", που ακολουθεί ξαφνιάζουν, μέχρι να δώσουν τη θέση τους στα ιδιαιτέρως heavy riffs, ενώ και το έντονο ρεφρέν επίσης ξεχωρίζει. Το τραγούδι είναι απόλυτα ενδεικτικό της εξέλιξης της μπάντας σε σχέση με τα “Parallel Minds”και «In Your Multitude”.


To “Tell Me When I’m Gone” είναι από τα πιο άμεσα κομμάτια του "Flow" με doomy riffs και αρκετά καλή δουλεία στις lead κιθάρες. Ηχεί αρκετά σκοτεινό σε σημεία, ενώ η εισαγωγή με το μπάσο είναι επίσης πολύ χαρακτηριστική. Μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν αναφορές στους Metallica εποχής “Black Album”. Συνέχεια με το “Hold On” . Ότι και να ειπωθεί εδώ είναι λίγο. Εντυπωσιακή εισαγωγή και ανάπτυξη που βασίζεται στα έγχορδα και στις προαναφερθείσες flamenco «πινελιές» του Østby . Η ερμηνεία του Khan είναι υπεράνω κριτικής, βρίθοντας από συναισθηματισμό. Θυμίζει σαν προσπάθεια το εκπληκτικό “Change Of Seasons” των σπουδαίων (και πολύ υποτιμημένων) Γερμανών Sieges Even, όντας αντίστοιχου υψηλού επίπεδου. Ακολουθεί το “Cardinal Sin”. Χωρίς περιστροφές , μιλάμε για ένα από τα καλύτερα prog metal τραγούδια των 90s. Ο ρυθμός του είναι ιδιαίτερος και πρωτότυπος , το refrain κολλάει στο μυαλό σχεδόν με την πρώτη, το break στη μέση του κομματιού, που ακολουθείται από πέρασμα με πλήκτρα ανατριχιαστικό, ενώ και το solo είναι φανταστικό. Κλείσιμο με το “Would It Be The Same”. Πιο απλό , έντονα ρυθμικό, με όμορφες και εδώ κιθαριστικές εμπνεύσεις, μόνο απαρατήρητο δεν περνάει, ολοκληρώνοντας ιδανικά τον δίσκο.


Συνολικά μιλάμε για ένα από κάθε άποψη αριστούργημα, από τα πιο πλήρη albums του prog metal της δεκαετίας του 1990. Δυστυχώς οι οπαδοί εκείνης της εποχής δεν φάνηκε να έχουν, στην πλειοψηφία τους , την ίδια άποψη καθώς ο δίσκος υπήρξε εμπορική αποτυχία, στο βαθμό που οι Conception αναγκάστηκαν να αναβάλλουν την περιοδεία και λίγο αργότερα να οδηγηθούν στη διάλυση. Παρόλα αυτά , υπήρξαν περιοδικά που αποθέωσαν το “Flow” (μεταξύ αυτών και τα ελληνικά Metal Hammer και Metal Invader) χαρακτηρίζοντας το ως το “Rage For Order” των 90s. Ίσως αυτό να ακούγεται υπερβολικό σε κάποιους , δίνει όμως πειστικά το στίγμα του δίσκου.


Μετά τη διάλυση , ο Østby σχημάτισε τους Ark , βοηθούμενος από τον γνωστό ,στους φίλους του heavy ήχου, τραγουδιστή Jorn Lande (με την ιδιαίτερα χαρακτηριστική Dio χροιά) και τον βιρτουόζο Αμερικάνο drummer John Macaluso. Η μπάντα κυκλοφόρησε δύο δίσκους ,τα εξαιρετικά “Ark”(1999) και “Burn The Sun”(2001). Eιδικά το δεύτερο είναι απαραίτητο άκουσμα για τους φίλους του progressive metal. Από τους υπόλοιπους, ο Roy Khan κατόρθωσε να κάνει σημαντική καριέρα με τους Αμερικανούς power metallers Kamelot, που με τη σειρά τους εξελίχθηκαν σε ένα από τα πιο πετυχημένα σχήματα του συγκεκριμένου ιδιώματος. Ο Arve Heimdal έπαιξε τύμπανα μέχρι το 1999 και ο Ingar Amlien σχημάτισε το death metal συγκρότημα Crest of Darkness, με το οποίο δισκογραφεί μέχρι σήμερα.


Ακούγοντας κανείς το δίσκο σήμερα , απορεί κανείς πως αυτή η μπάντα δεν μπόρεσε να γίνει περισσότερο γνωστή. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι το πολύ ιδιαίτερο ύφος απέτρεψε τους οπαδούς από το να τους κατατάξουν κάπου , σε μια εποχή όπου οι μουσικές ταμπέλες είχαν ακόμη τεράστια σημασία. Αυτό συνέβη γιατί το σχήμα απέφυγε να αναμασήσει τόσο τους Dream Theater , όσο και το ευρωπαϊκό power metal( Blind Guardian, Gammaray, Stratovarius),κάτι που έκαναν πολλά συγκροτήματα εκείνης της εποχής. Ταυτόχρονα με τους Conception υπήρξε και το εξής παράδοξο: παρότι Νορβηγοί, δεν ευνοήθηκαν από το «ξεπέταγμα» της σκηνής της χώρας τους στα 90s. Και αυτό γιατί η προβολή έπεσε πάνω στα black metal σχήματα και στα μουσικά (και όχι μόνο) πεπραγμένα τους, με αποτέλεσμα η νορβηγική σκηνή να ταυτιστεί , στα μυαλά πολλών οπαδών, αποκλειστικά με τον ακραίο ήχο.


Καταλήγοντας το “Flow” αποτελεί ένα αιώνιο διαμάντι , με αξία αντιστρόφως ανάλογη της απήχησης του. Αποτελεί σίγουρα μία από τις κορυφές στην δισκογραφία του συγκροτήματος , που με τη σειρά του είναι από τα πλέον υποτιμημένα στην ιστορία του metal.




Comments


Follow "Vinyl Stories"
  • Facebook Basic Black

© 2016 by "Vinyl Stories" Proudly created with Wix.com

More Coming

bottom of page